Παραμύθι: Οι περιπέτειες των δύο φίλων στο χωριό του Αη Βασίλη
Παραμύθι: Οι περιπέτειες των δύο φίλων στο χωριό του Αη Βασίλη

Οι περιπέτειες των δύο φίλων στο χωριό του Άι Βασίλη

- ”Μαμά μαμά τι δώρο θα μου φέρει φέτος ο Άγιος Βασίλης;” ρώτησε η Μαρία επίμονα.

- “Φέτος αγάπη μου εξαιτίας της πανδημίας ο Άι Βασίλης δεν θα καταφέρει να στείλει τα δώρα του στα παιδάκια”.

- “Δηλαδή κανένας δεν θα πάρει δώρο φέτος”; ρώτησε θλιμμένη.

- “Όχι Μαρία μου δυστυχώς!” της απάντησε γλυκά η μαμά της. “Αλλά ξέρεις; Δεν χρειάζεται να στεναχωριέσαι γιατί σε λίγο καιρό έχεις τα γενέθλιά σου και ο μπαμπάς σου και εγώ  θα φροντίσουμε να σου κάνουμε ένα όμορφο δώρο. Εντάξει;”

- “Ναι μαμά”, απάντησε το κοριτσάκι και έφυγε απογοητευμένη από το σπίτι της μιας και ούτε φέτος θα κατάφερνε να γνωρίσει τον Άγιο με την κόκκινη στολή και την φουσκωμένη κοιλίτσα.

Έτρεξε λοιπόν για να συναντήσει τον καλό της φίλο, τον Θεοδωράκη. Ήθελε να μοιραστεί μαζί του την λύπη της και φυσικά να βρουν μαζί έναν τρόπο να συναντήσουν τον Άγιο Βασίλη.

- ”Εεε Θεοδωράκη άκουσες τα νέα για τον Άγιο”;

-  “Ναι”. Απάντησε εκείνος στεναχωρημένος.

-  “Δεν πειράζει. Εμείς θα καταφέρουμε να τον συναντήσουμε είπε και έφυγε χωρίς να του εξηγήσει τίποτα παραπάνω”.

Μετά από λίγες ώρες του τηλεφώνησε και του είπε όλες τις λεπτομέρειες για το ταξίδι τους. Το μόνο που έμενε, ήταν να ετοιμάσουν τα πράγματά τους. Θα έφευγαν το βράδυ όταν όλοι θα κοιμόντουσαν.

Το ρολόι έδειχνε δέκα ακριβώς. Όλα ήταν έτοιμα και η Μαρία με τον Θεοδωράκη βρίσκονταν έξω από το τρένο που θα τους πήγαινε στο χωριό του Άι Βασίλης.

-  “Παρακαλώ παρακαλώ επιβιβαστείτε με προσοχή και δεν θέλω σπρωξίματα”Φώναξε ο υπάλληλος.

Το τρένο ξεκίνησε και οι δύο φίλοι ήταν ενθουσιασμένοι! Δεν είχαν συναντήσει κάποιο άλλο επιβάτη. Το μόνο που παρατήρησαν και οι δύο ήταν τα μικρά χρωματιστά κουτάκια που βρίσκονταν δίπλα στις θέσεις τους.

-  “Μαρία ξέρεις τι είναι αυτά;”

- ”Όχι Θεοδωράκη δεν έχω ιδέα. Άνοιξέ το!”

- ”Μηη! Φώναξε από μακριά ο υπάλληλος. Αυτό μικρέ μου θα σου συνιστούσα να μην το κάνεις”.

- ”Εντάξει κύριε συγγνώμη. Νόμιζα πως ήταν δικά μας”.

- ”Δεν πειράζει. Απλά αφήστε τα κουτάκια στην θέση τους”.

- ”Εντάξει”. Απάντησαν και οι δύο με μία φωνή.

Ύστερα εμφανίστηκε ένας παχουλός ευγενικός κύριος και γέμισε τα πιάτα τους με μία πεντανόστιμη και ζεστή σούπα. Τα παιδιά έφαγαν με ευχαρίστηση όλο τους το πιάτο και μετά αποκοιμήθηκαν. Η Μαρία ξύπνησε μετά από μία φοβερή αναστάτωση. Δυστυχώς συνειδητοποίησε πως ο Θεοδωράκης είχε ανοίξει τα κουτιά και από μέσα είχαν πεταχτεί κάποια μικρά ζωάκια. Αυτά άρχισαν να κάνουν τρομερό θόρυβο έσπασαν τα πιάτα, μπήκαν  μέσα στις αποσκευές και πέταξαν έξω όλα τα ρούχα. Βλέποντας όλα αυτά το κορίτσι προσπάθησε να πιάσει τα ζωάκια αλλά μάταια. Πέρασαν και στα υπόλοιπα βαγόνια προκαλώντας παντού ζημιές. Την τελευταία στιγμή τα τσάκωσε ο υπάλληλος αγριοκοιτάζοντας τα δύο παιδιά.

Τότε η Μαρία και ο Θοδωράκης αντιλήφθηκαν πως βρίσκονται πάρα πολλά παιδιά στο τρένο. Η Μαρία άρπαξε την ευκαιρία και ρώτησε ένα κοριτσάκι γιατί βρίσκονταν εκεί και εκείνο της απάντησε πως έκανε όλο αυτό το ταξίδι για να γνωρίσει τον Άγιο Βασίλη.

Στο τρένο επικρατεί η απόλυτη ησυχία μιας και τα περισσότερα παιδιά τα έχει πάρει ο ύπνος. Η Μαρία κοιτάζει από το παράθυρο το χιόνι που πέφτει και έχει καλύψει σχεδόν τα πάντα. Αισθάνεται πολύ ήρεμη όταν ξαφνικά ακούγεται ένας εκκωφαντικός ήχος και  το τρένο βγαίνει έξω από τις γραμμές. Το κορίτσι πέφτει από το παράθυρο και προσγειώνεται απότομα πάνω στο παγωμένο χιόνι.Τότε ο Θεοδωράκης χωρίς να το σκεφτεί πηδάει για να την σώσει. Είναι όμως ήδη αργά. Το τρένο με την ταχύτητα που έχει αναπτύξει βρίσκεται ήδη μακριά.

- ”Είσαι καλά;”

- ”Ναι μια χαρά. Χτύπησα μόνο λίγο τον αγκώνα μου”.

- ”Πάμε μήπως βρούμε ένα μέρος να κοιμηθούμε απόψε πρότεινε ο Θεοδωράκης”.

Περπάτησαν αρκετά χωρίς να καταφέρουν να βρουν κάποιο κατάλυμα οπότε χωρίς να έχουν άλλη επιλογή κοιμήθηκαν κάτω από ένα μεγάλο πεύκο.

- ”Εγώ φταίω για όλα. Δεν θα δούμε τον Άι Βασίλη εξαιτίας μου”.

- Μην ανησυχείς την καθησύχασε ο Θοδωράκης. Κάποια λύση θα βρούμε.

Τότε το γέρικο πεύκο που άκουσε την αγωνία των μικρών τους λυπήθηκε και προσφέρθηκε να τα οδηγήσει εκείνο στο προορισμό τους.Και αφού τίναξε τα βαριά κλαδιά του από το χιόνι  τα βοήθησε να σκαρφαλώσουν. Δύο μέρες και δύο νύχτες έλεγε στους δύο φίλους ιστορίες για τα δέντρα και το δάσος μέχρι την στιγμή που έφτασαν σε ένα μεγάλο σπίτι με πολλά φωτάκια, πολύχρωμες μπάλες και στην μέση στέκονταν ένα ολοφώτιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εδώ είμαστε είπε το πεύκο. Αυτό είναι το σπιτικό του Άι Βασίλη.

Τα παιδιά κατέβηκαν από το πεύκο και το ευχαρίστησαν θερμά. Μέσα σε λίγα λεπτά βρίσκονταν μπροστά από την πόρτα. Όταν εκείνη άνοιξε φάνηκε ο Άγιος Βασίλης με την κατακόκκινη στολή, την παχουλή κοιλίτσα και το ζεστό χαμόγελο.

- ”Γεια σας φίλοι μου! Εεε εσύ πρέπει να είσαι η Μαρία και εσύ ο Θοδωράκης. Σωστά”;

- ”Ναι”, απάντησαν και ένιωθαν πως τα είχαν χαμένα.

- Περάστε μέσα να ζεσταθείτε. Θα καθίσετε εδώ! Μπροστά από το τζάκι. Μέσα σε λίγα λεπτά τους είχε προσφέρει ζεστή σοκολάτα και μπισκότα που έφαγαν και οι δύο με ευχαρίστηση. Και τώρα νομίζω πως είστε έτοιμοι να δείτε τον χώρο που παρασκευάζονται τα δώρα.

- ”Ναι! Ζήτω!”

Οι δύο φίλοι βρέθηκαν σε ένα τεράστιο χώρο που βρίσκοταν πάρα πολλά κιβώτια και αμέτρητοι καλικάντζαροι που δούλευαν πυρετωδώς.

- ”Άγιε Βασίλη,  μπορούμε και εμείς να βοηθήσουμε  στις ετοιμασίες”, είπε το αγόρι.

- ”Εντάξει, ελάτε μόνο να σας δείξω πως θα τυλίξετε τα δώρα”.

Μέσα σε λίγες ώρες οι δύο φίλοι είχαν τυλίξει πάρα πολλά πακέτα και αισθάνονταν πολύ χαρούμενοι, πρώτον γιατί συνέβαλαν στο έργο και επιπλέον θα έκαναν τα παιδιά όλου του κόσμου ευτυχισμένα. Ενώ συνέχιζαν το πακετάρισμα, ξάφνου άκουσαν έναν γνώριμο και επίμονο κορνάρισμα. Όλοι βγήκαν έξω και τότε αντίκρισαν το τρένο. Τα παιδιά τελικά είχαν εκπληρώσει το όνειρό τους.

- ”Που είστε τόσες ώρες; Σας περίμενα πολύ νωρίτερα. ΧΟ ΧΟ ΧΟ “

- ”Είχαμε μια  βλάβη” είπε ο υπάλληλος και τότε μεταμορφώθηκε σε καλικάντζαρο.

Η Μαρία κοιτούσε απορημένη. Εγώ τους έστειλα έσπευσε να την εξηγήσει ο Άι Βασίλης, επειδή ήθελα να σας φροντίσουν όσο ώρα θα διαρκούσε το ταξίδι. Αλλά από όσο γνωρίζω δεν κύλησαν όλα τόσο ήρεμα είπε και κοίταξε πονηρά τον Θοδωράκη.

ΧΟ ΧΟ ΧΟ. Όλο γέλασαν με την ψυχή τους κάτω από το φως των αστεριών!

ΤΕΛΟΣ

 

Δώσε αστέρια στο παραμύθι: 
Μέσος όρος: 4.4 (Ψήφοι: 35)
Πληροφορίες
Βασικές πληροφορίες για το παραμύθι/ιστορία
Συγγραφέας παραμυθιού: 
Ετος πρώτης δημοσίευσης: 
Προέλευση (περιοχή) : 
Κατηγορία παραμυθιού: 

Ψάχνετε καλές συνταγές;