Παραμύθι: Οι δημιουργικές αμοιβάδες, του Ματθαίου Λιαση
Παραμύθι: Οι δημιουργικές αμοιβάδες, του Ματθαίου Λιαση

Οι δημιουργικές αμοιβάδες

Μια φορα και ένα καιρό ήταν πολλές αμοιβάδες. Η καθεμία αμοιβάδα ήταν ξεχωριστή. Η κάθε αμοιβάδα έφτιαχνε τα δικά της έργα και έκανε κάτι διαφορετικό και πρωτότυπο. Όλες οι αμοιβάδες ήταν χαρούμενες και δημιουργικές. Ωστόσο, μια μέρα μια αμοιβάδα αποφάσισε να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Δεν της άρεσαν τα πολύχρωμα χρώματα της χαράς. Τη νευρίαζε το πρωτότυπο και το κάτι διαφορετικό. Ήθελε να κάνει τις υπόλοιπες αμοιβάδες όμοιες μεταξύ τους, χωρίς να υπάρχει το κάτι διαφορετικό. Ήθελε να τις βουτήξει μέσα στη ρουτίνα και στη δυστυχία, χωρίς να υπάρχει δημιουργία και ελευθερία έκφρασης.

Έτσι άρχισε πυρετωδώς αυτή την προσπάθεια. Κάθονταν και έφτιαχνε τα δικά της σχέδια πως να σταματήσει όλο αυτό. Έτσι άρχισε τον αγώνα της ενάντια στη δημιουργικότητα. Όταν μια αμοιβάδα πήγαινε να φτιάξει κάτι δημιουργικό, ερχόταν και την αποθάρρυνε να το κάνει αυτό. Προσπαθούσε να την πείσει να φτιάξει κάτι συνηθισμένο και όχι κάτι πρωτότυπο. Θεωρούσε ότι το κάτι πρωτότυπο είναι κάτι κακόγουστο που δε θα προσφέρει κάτι στην κοινωνία. Έτσι ο στόχος της να ελέγξει τις αμοιβάδες και να τις αποτρέπει στο να δημιουργούν άρχισε να εκτελείται με επιτυχία.

Μετά από λίγο καιρό οι αμοιβάδες έπαψαν να έχουν προσωπικότητα. Απλά δούλευαν για να επιβιώσουν, χωρίς να έχουν στόχους και όνειρα. Έπαψαν να πιστεύουν στην αγάπη, στη δημιουργικότητα και πλέον έμαθα να ανέχονται τα πάντα. Έπαψαν να μιλάνε απλά εκτελούν σύμφωνα με τις διαταγές της κοινωνίας.

Αυτό που δεν καταλάβαιναν οι αμοιβάδες ήταν ότι η κοινωνία ήταν όλοι και όχι η μια αμοιβάδα που τους έλεγχε και τους έλεγε τι να κάνουν. Επέτρεψαν σε μια αμοιβάδα να επεμβαίνει στα όνειρά τους και να τους επιβάλλει το πως να συμπεριφέρονται και τι έργα θα φτιάχνουν. Αυτό δεν ήταν και τόσο δημοκρατικό. Παρόλο που οι αμοιβάδες ψιθύριζαν η μια στην άλλη για τη δικτατορία, για την καταπίεση και τις άθλιες καταστάσεις που ζούσαν στη ζωή τους, επέμεναν να ανέχονται αυτή την κατάσταση χωρίς να αντιδράνε και χωρίς να διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Πώς γίνεται μια αμοιβάδα να κάνει κουμάντο τις 100 αμοιβάδες;

Ωστόσο, αυτό δεν κράτησε για πολύ. Ήρθε ένας εξωγήινος από έναν άλλο πλανήτη και ήθελε να μετακομίσει στον πλανήτη με τις αμοιβάδες. Αυτός ο εξωγήινος ήταν καλλιτέχνης. Ένας εξωγήινος που του άρεσε να κάνει το κάτι διαφορετικό.

Τότε η αμοιβάδα αναστατώθηκε. Φοβήθηκε ότι αυτός ο εξωγήινος θα της κατάστρεφε τα σχέδια και θα ξεσήκωνε τις υπόλοιπες αμοιβάδες εναντίον της. Τότε η αμοιβάδα κινήθηκε αστραπιαία και έπιασε την καθεμία αμοιβάδα και έλεγε κακά λόγια για τον εξωγήινο, για να τις πάρει με το μέρος της έτσι ώστε να είναι όλοι εχθρικοί με τον εξωγήινο, για να τον αναγκάσουν να φύγει.

Τότε η αμοιβάδα κατάφερε αυτό που ήθελε, έστρεψε όλες τις αμοιβάδες ενάντια στον εξωγήινο. Έκαναν τα πάντα για να φύγει. Η αμοιβάδα ήταν σίγουρη ότι δε θα άντεχε ο εξωγήινος. Ότι θα έφευγε. Και όμως, ο εξωγήινος όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά πάλεψε και ήταν εκεί και έδειχνε τα έργα του παρά την περιφρόνηση που του έδειχναν μερικές αμοιβάδες.

Σιγά σιγά όμως μέσα από τα έργα του, ξύπνησε σε μερικές αμοιβάδες το συναίσθημα της δημιουργικότητας, χωρίς ίντριγκες και χωρίς να τους στρέψει εναντίον της συγκεκριμένης αμοιβάδας που μισούσε τη δημιουργικότητα. Άρχισε η αμοιβάδα να χάνει τον έλεγχο και ήξερε ότι έχασε το παιχνίδι ήδη. Έτσι η αμοιβάδα αποφάσισε να φτάσει στα άκρα. Αποφάσισε να σκοτώσει τον εξωγήινο για να τον βγάλει από τη μέση.

Έτσι άρχισε να ετοιμάζει με πλάνο της για τη μεγάλη δολοφονία. Όμως έρχεται κάτι στο προσκήνιο που θα αποτρέψει τα σχέδια της αμοιβάδας. Όταν μαθαίνει η αμοιβάδα ότι είναι αδέλφια με τον εξωγήινο. Τότε η αμοιβάδα έπαθε σοκ. Έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Και τότε η καρδιά της ξαναζωντάνεψε.

Γιατί η καρδιά της πέθανε από τότε που οι γονείς της την πέταξαν στα σκουπίδια και πήγε σε ορφανοτροφείο. Ένιωθε πόνο, θλίψη και ζήλια που δεν είχε οικογένεια και οι άλλοι είχαν. Από τότε έπαψε να αγαπά, και έτσι η καρδιά της έγινε σκληρή σαν πέτρα. Από τότε μισούσε τα πάντα. Δεν είχε κανέναν και απλά ήθελε να καταστρέφει τις ζωές των άλλων, για να νιώθει παρηγοριά, ότι δεν είναι μόνο αυτή δυστυχισμένη.

Έτσι πήγε η αμοιβάδα στον εξωγήινο. Τον αγκάλιασε και του ζήτησε συγνώμη. Αυτός αντί να δείξει μίσος, απλά την πήρε αγκαλιά και της είπε πως την αγαπάει πολύ. Εκείνη χάρηκε και τον αποκάλεσε για πρώτη φορά αδελφό. Δεν είχε ξανανιώσει την οικογενειακή αγάπη, ούτε αυτή τη ζεστή αγκαλιά που ένιωθε τώρα.

Έτσι οι υπόλοιπες αμοιβάδες συνέχισαν πάλι δημιουργικά και άρχισαν πάλι ξανά να είναι χαρούμενες και να κάνουν ότι νιώθουν χωρίς καταπίεση. Και τα δύο αδέλφια, ο εξωγήινος και η αμοιβάδα, έζησαν αγαπημένα γεμάτα δημιουργία και αγάπη.

Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα

ΤΕΛΟΣ

Κείμενο: Ματθαίος Λιασης

Εικονογράφηση: www.paidika-paramythia.gr

Δώσε αστέρια στο παραμύθι: 
Μέσος όρος: 2.7 (Ψήφοι: 41)
Πληροφορίες
Βασικές πληροφορίες για το παραμύθι/ιστορία
Συγγραφέας παραμυθιού: 
Ετος πρώτης δημοσίευσης: 
Προέλευση (περιοχή) : 
Κατηγορία παραμυθιού: 

Ψάχνετε καλές συνταγές;