Παραμύθι: Η κόρη και το λιοντάρι (εικόνα pixabay)
Παραμύθι: Η κόρη και το λιοντάρι (εικόνα pixabay)

Η κόρη και το λιοντάρι

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας έμπορος, ο κυρ Θωμάς, που είχε τρεις κόρες. Μια μέρα έπρεπε να φύγει μακρυά σε ταξίδι, και πήγε να χαιρετήσει τις κόρες του.

- Φεύγω αύριο, είπε ο κυρ Θωμάς στις τρεις κόρες του. Το ταξίδι θα κρατήσει πολύ. Τι θέλετε να σας φέρω;

Η μεγαλύτερη κόρη ήθελε μαργαριτάρια, η δεύτερη ήθελε διαμάντια. Η τρίτη, η μικρότερη του είπε:

- Αγαπημένε μου πατέρα, εγώ θέλω έναν κορυδαλλό που να κελαηδάει καλύτερα από αηδόνι και να πετάει γρήγορα σαν αστραπή.

Ο καλόκαρδος πατέρας της απάντησε:

- Καλά, κόρη μου, θα φροντίσω να βρω ένα τέτοιο κορυδαλλό και θα σου τον φέρω.

Ύστερα ο κυρ Θωμάς φίλησε και τις τρεις κόρες του και ξεκίνησε.

Όταν ύστερα από μερικούς μήνες τελείωσε τις δουλειές του και ετοιμαζόταν να γυρίσει στην πατρίδα του ο κυρ Θωμάς αγόρασε μαργαριτάρια και διαμάντια για τις δυο μεγαλύτερες κόρες του. Πουθενά όμως, όσο κι αν έψαξε, δεν βρήκε τον κορυδαλλό που κελαηδούσε καλύτερα από αηδόνι και που πετούσε σαν αστραπή. Αυτό τον στεναχωρούσε πολύ γιατί η μικρότερη κόρη του ήταν και η πιο αγαπημένη του.

Μια μέρα ο δρόμος του τον έφερε σ’ ένα δάσος. Στη μέση του δάσους ήταν ένας ωραίος μεγαλόπρεπος πύργος. Κοντά στον πύργο ήταν ένα δέντρο και στην κορυφή του δέντρου είδε έναν κορυδαλλό που τραγουδούσε υπέροχα. Ξαφνικά το πουλάκι πέταξε από το δέντρο σαν αστραπή και με την ίδια γρηγοράδα ξανακάθισε στη θέση του.

- Α, είπε, σε βρήκα πάνω στην ώρα.

Και φώναξε στον υπηρέτη του να κατέβει από το άλογο και να πιάσει το πουλάκι.

Ο υπηρέτης κατέβηκε από το άλογο του για να πιάσει το πουλάκι μα τη στιγμή που πλησίασε το δέντρο και άπλωσε το χέρι του να πιάσει τον κορυδαλλό, ένα λιοντάρι πετάχτηκε αγριεμένο, έτοιμο να τους κατασπαράξει!

Το λιοντάρι τρόμαξε τον κυρ Θωμά (εικόνα pixabay)

- Ποιος τολμάει να κλέψει τον κορυδαλλό μου; βρυχήθηκε το λιοντάρι.

Ο κύριος Θωμάς κατατρομαγμένος είπε:

- Δε φταίει ο υπηρέτης μου. Εγώ φταίω. Εγώ του είπα να πιάσει τον κορυδαλλό. Μα δεν ήξερα πως το πουλάκι ήταν δικό σου. Λυπήσου με και χάρισε μου τη ζωή.

- Τίποτα δεν μπορεί να σε σώσει, του απάντησε το λιοντάρι, εκτός αν μου υποσχεθείς πως θα μου δώσεις το πρώτο ζωντανό πλάσμα που θα συναντήσεις όταν γυρίσεις στο σπίτι σου. Αν δέχεσαι αυτόν τον όρο, θα σου χαρίσω τη ζωή και θα σου δώσω και τον κορυδαλλό.

Ο κυρ Θωμάς δίσταζε να δεχτεί.

«Και αν το πρώτο ζωντανό πλάσμα που θα συναντήσω είναι καμιά από τις κόρες μου;» συλλογιζόταν.

Όμως ο υπηρέτης που έτρεμε από το φόβο, του είπε:

- Και γιατί να είναι μια από τις κόρες σου; Μπορεί να είναι η γάτα μας ή ο σκύλος. Εμείς θα φτάσουμε χωρίς να έχουμε ειδοποιήσει και δε θα μας περιμένουν.

Ο κακομοίρης ο Θωμάς σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε, είδε πως είχε δίκιο ο υπηρέτης του. Πήρε λοιπόν τον κορυδαλλό, υποσχέθηκε πως θα έδινε στο λιοντάρι το πρώτο ζωντανό πλάσμα που θα συναντούσε μόλις έφτανε σπίτι του και ξεκίνησε.

Όταν έφτασε – τι ατυχία, αλήθεια! – η μικρή του κόρη έτυχε να είναι στην αυλή και μόλις τον είδε έτρεξε πρώτη αυτή, έπεσε στην αγκαλιά του χαρούμενη και άρχισε να τον φιλάει. Και όταν είδε τον κορυδαλλό και τον άκουσε να κελαηδάει, τότε πια δεν ήξερε τι έκανε από τον ενθουσιασμό της. Κιτρίνισε ο πατέρας και άρχισε να κλαίει απελπισμένος.

- Αγαπημένο μου παιδί, της είπε. Αυτό το πουλάκι μου στοίχισε πολύ ακριβά. Δε θα τα βγάλω πέρα από τον καημό μου. Καλύτερα να μη γύριζα. Μεγάλη συμφορά μας βρήκε.

Και της διηγήθηκε την περιπέτεια με το λιοντάρι και την παρακάλεσε να μην πάει, οτιδήποτε και αν επρόκειτο να γίνει.

Μα εκείνη τον παρηγορούσε και του έλεγε:

- Πατέρα μου, αυτό που υποσχέθηκες, πρέπει να γίνει. Θα πάω και θα μαλακώσω την καρδιά του λιονταριού. Μη φοβάσαι, θα ξαναγυρίσω ευτυχισμένη κοντά σου.

Την άλλη μέρα το πρωί ετοιμάστηκε η κόρη και αφού αποχαιρέτησε τους δικούς της πήγε στο δάσος, ήρεμη και γεμάτη εμπιστοσύνη, για να βρει τον πύργο του λιονταριού.

Το λιοντάρι εκείνο ήταν στην πραγματικότητα ένας όμορφος νεαρός που τον είχε καταραστεί μια κακιά μάγισσα! Τη ημέρα αυτός και οι ακόλουθοί του ήταν λιοντάρια. Τη νύχτα όλοι τους ξαναγίνονταν άνθρωποι.

Μόλις έφτασε η κόρη, την υποδέχτηκε το λιοντάρι με χαρά και την οδήγησε στον πύργο. Όταν νύχτωσε, το λιοντάρι έγινε ένας ωραίος άντρας και ρώτησε την κόρη αν θέλει να γίνει γυναίκα του. Η κόρη δέχτηκε και ο γάμος τους γιορτάστηκε με μεγαλοπρέπεια.

Το λιοντάρι και η κόρη παντρεύτηκαν (εικόνα pixabay)

Τώρα η μικρή κόρη ήταν ευτυχισμένη αλλά ανησυχούσε για τον πατέρα της και τις αδερφές της.

Μια μέρα το λιοντάρι της είπε:

- Σε τρεις μέρες θα γίνει ο γάμος της μεγάλης αδερφής σου. Αν θέλεις να πας, τα λιοντάρια μου θα σε συνοδέψουν.

Εκείνη του απάντησε πως λαχταρούσε να ξαναδεί τον πατέρα της και τις αδερφές της.

Ετοιμάστηκε, πήρε πλούσια δώρα μαζί της και έφυγε. Τη συνόδεψαν πέντε λιοντάρια.

Τη δέχτηκαν με πολύ μεγάλη χαρά και όλοι τη ρωτούσαν πώς γλίτωσε από το λιοντάρι και πού ζει τώρα. Εκείνη τους διηγήθηκε όλη την ιστορία της και τους είπε τι ωραίο κι ευγενικό άντρα είχε και πόσο ευτυχισμένη ζούσε.

Έμεινε με τους δικούς της όσο καιρό κράτησαν οι γιορτές για το γάμο. Έπειτα ξαναγύρισε στον πύργο που την περίμενε ο άντρας της και μετά από λίγο καιρό γέννησε το πρώτο παιδάκι τους.

Όταν επρόκειτο να παντρευτεί η δεύτερη αδερφή της και ο πατέρας της την κάλεσε στο γάμο, εκείνη είπε στον άντρα της:

- Αυτή τη φορά δε θα πάω μόνη. Πρέπει να έρθεις μαζί μου και εσύ.

Ο άντρας της τής απάντησε πως αυτό που ζητούσε ήταν επικίνδυνο. Γιατί αν έστω μια φωτεινή ακτίνα, όσο ήταν λιοντάρι, τον άγγιζε στο πατρικό της σπίτι, θα μεταμορφωνόταν σε περιστέρι και θα αναγκαζόταν να πετάει επτά ολόκληρα χρόνια.

- Μη φοβάσαι, του είπε, έλα εσύ μαζί μου και εγώ θα σε προστατεύσω και θα κρατήσω μακριά σου κάθε φωτεινή ακτίνα.

Έτσι πήγε και ο άντρας της. Πήραν μαζί και το μικρό παιδάκι τους.

Στο σπίτι του πατέρα της υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο χτισμένο χωρίς κανένα παράθυρο και με τέτοιον τρόπο που καμία ακτίνα δεν μπορούσε να διαπεράσει τους χοντρούς τοίχους του.

Σ’ αυτό λοιπόν το δωμάτιο έμενε κλεισμένο όλη τη μέρα το λιοντάρι και μόνο το βράδυ που ξαναγινόταν άνθρωπος έβγαινε και κυκλοφορούσε έξω. Η πόρτα όμως είχε μια μικρή χαραμάδα και κανένας δεν την είχε προσέξει.

Ξημέρωσε και η μέρα του γάμου. Όταν η γαμήλια πομπή γύρισε από την εκκλησία με πλήθος λαμπάδες μια ακτίνα πολύ λεπτή πέρασε από τη στενή χαραμάδα και άγγιξε τον πρίγκιπα.

Την ίδια στιγμή ο πρίγκιπας μεταμορφώθηκε σε περιστέρι. Και όταν η γυναίκα του μπήκε στο δωμάτιο δεν είδε τίποτα παρά μόνο ένα άσπρο περιστέρι καθισμένο σε μια γωνιά.

Το περιστέρι της είπε:

- Επτά ολόκληρα χρόνια πρέπει να πετώ εδώ κι εκεί. Κάθε πενήντα βήματα θα αφήνω να πέφτει ένα άσπρο φτερό κι αυτό θα σου δείχνει το δρόμο. Αν μ’ ακολουθήσεις και δε με χάσεις από τα μάτια σου, θα μπορέσεις να μ’ ελευθερώσεις.

Και με τα λόγια αυτά, το περιστέρι βγήκε από την ανοιχτή πόρτα και πέταξε έξω.

Το λιοντάρι είχε μεταμορφωθεί σε περιστέρι (εικόνα pixabay)

Η κόρη το ακολούθησε. Κάθε πενήντα βήματα έβρισκε μπροστά της ένα άσπρο φτερό κι αυτό της έδειχνε το δρόμο.

Έτσι περιπλανήθηκε σ’ όλο τον κόσμο. Και μόνο όταν πλησίαζαν να κλείσουν τα επτά χρόνια άρχισε να παρηγοριέται και να ελπίζει. Χαιρόταν τώρα με τη σκέψη πως σε λίγο θα τελείωναν τα βάσανά της.

Πόσο γελασμένη όμως ήταν. Βρισκόταν ακόμα πολύ μακριά από την μεγάλη εκείνη στιγμή που τόσο καιρό περίμενε. Είχε ακόμη πολλά να τραβήξει.

Την παραμονή που θα έκλειναν τα επτά χρόνια, εκεί που περπατούσε και παρακολουθούσε το περιστέρι, ξαφνικά σταμάτησε να πέφτει το άσπρο φτερό. Και όταν η κόρη κοίταξε ψηλά, το περιστέρι είχε εξαφανιστεί.

«Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να με βοηθήσει τώρα» σκέφτηκε απελπισμένη!

Γι’ αυτό σκαρφάλωσε στο πιο ψηλό βουνό και ρώτησε τον ήλιο:

- Εσύ ήλιε μου, λάμπεις σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Φωτίζεις τις κοιλάδες και τις κορυφές των βουνών. Μήπως είδες πού πέταξε το άσπρο περιστέρι μου;

- Όχι, είπε ο ήλιος. Δεν το είδα πουθενά. Μα θα σου δώσω ένα μικρό κουτί. Όταν βρεθείς σε μεγάλη ανάγκη τότε μόνο να το ανοίξεις.

Η κόρη ευχαρίστησε τον ήλιο. Περίμενε να νυχτώσει και όταν βγήκε το φεγγάρι και φώτισε τον κόσμο το ρώτησε:

- Φεγγάρι φεγγαράκι μου, εσύ που περπατάς όλη τη νύχτα και φωτίζεις κάμπους και βουνά και λαγκάδια , μήπως είδες το άσπρο περιστέρι μου;

- Όχι, απάντησε το φεγγάρι. Δεν το είδα πουθενά. Θέλω όμως να σε βοηθήσω. Να, πάρε αυτό το αυγό. Όταν βρεθείς σε μεγάλη ανάγκη, μόνο τότε να το σπάσεις.

Ευχαρίστησε η κόρη το φεγγάρι και κάθισε συλλογισμένη. Περίμενε τον νυχτερινό αέρα. Και όταν ήρθε και άρχισε να φυσάει δυνατά, τον ρώτησε:

- Εσύ που φυσάς σ’ όλο τον κόσμο, μήπως είδες το άσπρο περιστέρι μου;

- Όχι, απάντησε ο νυχτερινός αέρας. Δεν το είδα πουθενά. Μα θα ρωτήσω τους άλλους ανέμους. Ίσως αυτοί να το είδαν.

Ο ανατολικός άνεμος και ο δυτικός δεν ήξεραν τίποτα. Μα ο νοτιάς του είπε:

- Εγώ το είδα το άσπρο περιστέρι. Πέταξε στην Κόκκινη Λίμνη. Εκεί ξανάγινε λιοντάρι, επειδή τα επτά χρόνια τελείωσαν. Και τώρα το λιοντάρι πολεμάει το δράκο.

Γύρισε ο νυχτερινός αέρας και είπε στην κόρη:

- Θα σου δώσω μια συμβουλή. Θα σε πάρω στα φτερά μου και θα σε φέρω στην Κόκκινη Λίμνη. Θα βρεις στην όχθη της πανύψηλα καλάμια. Μέτρησε από την αρχή και όταν φτάσεις στο εκατό, κόψε το. Πλησίασε άφοβα και χτύπησε με το καλάμι το δράκο και αμέσως το λιοντάρι θα τον νικήσει. Την ίδια στιγμή και οι δύο θα μεταμορφωθούν και θα ξαναγίνουν άνθρωποι. Το λιοντάρι θα είναι ο πρίγκιπας ο άντρας σου και ο δράκος είναι μια όμορφη μαγεμένη βασιλοπούλα. Έπειτα κοίταξε γύρω σου και θα δεις ένα περίεργο τέρας, αετολιοντάρι το λένε. Έχει κεφάλι αετού, ουρά και πόδια λιονταριού και μεγάλα, πολύ μεγάλα φτερά και ζει στην Κόκκινη Λίμνη. Πήδησε στην πλάτη του αμέσως μαζί με τον αγαπημένο σου κι αυτό θα σας περάσει απέναντι. Να κι ένα καρύδι. Ρίξε το στο νερό όταν θα βρεθείτε στη μέση της πλατιάς Κόκκινης Λίμνης. Το καρύδι θα ανοίξει και θα ξεφυτρώσει μια θεόρατη καρυδιά μέσα από το νερό και πάνω σ’ αυτή θα καθίσει το τέρας, για να ξεκουραστεί. Γιατί αλλιώς δε θα έχει τη δύναμη να σας περάσει απέναντι.

Αυτά είπε της κόρης ο νυχτερινός αέρας. Την πήρε έπειτα στα φτερά του και την έφερε στην Κόκκινη Λίμνη, εκεί όπου πάλευε το λιοντάρι με το δράκο. Είδε η κόρη στην όχθη τα καλάμια, μέτρησε από την αρχή κι έκοψε το ενδέκατο. Μ’ αυτό χτύπησε το δράκο και το λιοντάρι τον νίκησε. Ευθύς και οι δύο ξανάγιναν άνθρωποι.

Μα όταν η βασιλοπούλα λύθηκε από τα μάγια, πρόλαβε και άρπαξε τον πρίγκιπα, κάθισε μαζί του στην πλάτη του αετολιονταριού και χάθηκαν και οι δυο μαζί από τα μάτια της κόρης.

Η φτωχή κόρη, που τόσα τράβηξε επτά ολόκληρα χρόνια, για να βρει τον αγαπημένο της, πάλι έμεινε μόνη της. Απελπισμένη κάθισε εκεί στην όχθη και άρχισε να κλαίει. Μα πάλι πήρε θάρρος και είπε μόνη της:

«Θα πάω παντού. Ως την τελευταία μου πνοή θα ψάχνω να τον βρω».

Κι έτσι πήγε μακριά, γύρισε όλο τον κόσμο, ώσπου έφτασε εκεί που ζούσε ο πρίγκιπας με τη βασιλοπούλα. Εκεί άκουσε πως ο πρίγκιπας θα παντρευόταν τη βασιλοπούλα και σε δύο μέρες θα γινόταν ο γάμος τους. Μα πάλι δεν έχασε το θάρρος της.

«Ας ανοίξω, είπε μόνη της, το κουτί που μου έδωσε ο ήλιος. Βρίσκομαι σε μεγάλη ανάγκη».

Και άνοιξε το κουτί που της είχε δώσει ο ήλιος. Μέσα στο κουτί βρήκε ένα φόρεμα που ακτινοβολούσε σαν τον ίδιο τον ήλιο.

Το έβγαλε η κόρη, το φόρεσε και μπήκε στο παλάτι. Όλοι, ακόμη κι η ίδια η βασιλοπούλα, την κοίταζαν με θαυμασμό. Το φόρεμα άρεσε πάρα πολύ της βασιλοπούλας και ρώτησε την κόρη αν το είχε για πούλημα.

- Ναι, το πουλάω, της απάντησε η κόρη. Μα η τιμή που ζητάω δεν πληρώνεται ούτε με χρυσάφι, ούτε με πολύτιμα πετράδια.

- Τι ζητάς τότε; τη ρώτησε η βασιλοπούλα.

- Ζητάω ν’ αφήσεις να πω ένα παραμύθι στον πρίγκιπα πριν να κοιμηθεί.

Η βασιλοπούλα στην αρχή αρνήθηκε. Όμως της άρεσε το φόρεμα τόσο πολύ και λαχταρούσε τόσο να το αποκτήσει, ώστε στο τέλος δέχτηκε. Όμως, κρυφά, έριξε υπνωτικό στο κρασί του πρίγκιπα για να αποκοιμηθεί αμέσως και να μην ακούσει το παραμύθι.

Το βράδυ, όταν την οδήγησαν στο δωμάτιο του πρίγκιπα, κάθισε δίπλα του και άρχισε να του λέει:

- Επτά ολόκληρα χρόνια σε ακολουθούσα. Και όταν σ’ έχασε ρώτησα τον ήλιο και το φεγγάρι και όλους τους ανέμους για να σε βρω. Εγώ σε βοήθησα και νίκησες το δράκο. Κι εσύ τώρα με ξέχασες!

Μα το βασιλόπουλο κοιμόταν βαθιά και στον ύπνο του νόμισε πως ήταν ο ελαφρός ψίθυρος του ανέμου μέσα στα φύλλα των δέντρων που έφτανε στ’ αυτιά του. Περίμενε η κόρη να ξυπνήσει ο πρίγκιπας, μα άδικα. Απελπισμένη έφυγε από το δωμάτιο, πήγε στον κήπο και έκλαψε πικρά. Εκεί πέρασε τη νύχτα της. Το πρωί, ξαφνικά, θυμήθηκε το αυγό που της είχε δώσει το φεγγάρι. Το έσπασε και πετάχτηκαν από μέσα μια κότα και δώδεκα πουλάκια. Ολόχρυση η κότα, ολόχρυσα και τα χαριτωμένα πουλάκια.

Από ένα παράθυρο του παλατιού η βασιλοπούλα είδε τη χρυσή κότα με τα χρυσά πουλάκια και τόσο πολύ της άρεσαν που πήγε η ίδια να ρωτήσει αν ήταν για πούλημα.

- Ναι, την πουλάω τη χρυσή κότα με τα ολόχρυσα πουλάκια, της απάντησε η κόρη. Μα η τιμή που ζητάω δεν πληρώνεται ούτε με χρυσάφι, ούτε με πολύτιμα πετράδια.

- Τι ζητάς λοιπόν; ρώτησε η βασιλοπούλα.

- Ζητάω να πω άλλο ένα παραμύθι στον πρίγκιπα πριν να κοιμηθεί.

- Πολύ καλά, είπε η βασιλοπούλα.

Σκόπευε όμως να δώσει πάλι υπνωτικό στον πρίγκιπα για να μην ακούσει τίποτα. Φώναξε λοιπόν το θαλαμηπόλο του πρίγκιπα, του έδωσε το υπνωτικό και του είπε να το ρίξει στο γάλα που θα έπινε ο πρίγκιπας. Όταν όμως ο πρίγκιπας πήγε στο δωμάτιό του, ρώτησε το θαλαμηπόλο του τι ήταν όλος εκείνος ο ψίθυρος την περασμένη νύχτα που του φάνηκε πως άκουσε στον ύπνο του.

Και τότε ο θαλαμηπόλος του είπε πως του είχε δώσει υπνωτικό για να μην ακούσει το παραμύθι που του είπε η κοπέλα με το χρυσό φόρεμα.

- Και απόψε, μου είπε η βασιλοπούλα και σου έριξα στο γάλα σου υπνωτικό.

Το βράδυ, όταν οδήγησαν πάλι την κόρη στο δωμάτιο του πρίγκιπα και κάθισε δίπλα του και άρχισε να του διηγείται τα βάσανά της, ο πρίγκιπας αναγνώρισε τη φωνή της αγαπημένης του, πετάχτηκε όρθιος και με συγκίνηση της είπε:

- Για πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω τώρα πως είμαι ελεύθερος. Η βασιλοπούλα με είχε δέσει με τα μάγια της. Μα τώρα έφτασε η ευτυχισμένη στιγμή και τα μάγια λύθηκαν.

Την ίδια νύχτα έφυγαν και οι δυο μαζί κρυφά από το παλάτι χωρίς κανείς να το πάρει είδηση. Ανέβηκαν στον αετολέοντα για να γυρίσουν στον πύργο τους. Και όταν έφτασαν στη μέση του ωκεανού η κόρη έριξε το καρύδι. Ευθύς ξεφύτρωσε μια μεγαλόπρεπη καρυδιά και το μεγάλο πουλί κάθισε πάνω στους κλώνους της και ξεκουράστηκε. Έπειτα πέταξε πάλι και τους έφερε πίσω στον πύργο τους. Εκεί στο σπίτι βρήκαν το παιδάκι τους που είχε στο μεταξύ μεγαλώσει και είχε γίνει πολύ όμορφο και από τότε έζησαν ευτυχισμένοι.

 

Για να σώσει τη ζωή του, o έμπορος αναγκάστηκε να δώσει την κόρη του στο λιοντάρι, που ήταν στην πραγματικότητα ένας πρίγκιπας. Οι δυο νέοι αγαπήθηκαν αλλά η κατάρα της κακιάς μάγισσας τους χώρισε. Όμως η αιώνια αγάπη και το κουράγιο της κοπέλας κατάφεραν να τους σώσουν. Οι αδελφοί Γκρίμ μας χάρισαν ένα εξαιρετικά ρομαντικό παραμύθι, μια επιβλητική ιστορία που υμνεί την τιμιότητα, τον ηρωισμό και τη δύναμη της αγάπης.

Δώσε αστέρια στο παραμύθι: 
Μέσος όρος: 4.9 (Ψήφοι: 23)
Πληροφορίες
Βασικές πληροφορίες για το παραμύθι/ιστορία
Συγγραφέας παραμυθιού: 
Κατηγορία παραμυθιού: