Παραμύθι: Το γαρύφαλλο των Αδελφών Γκριμμ (εικόνα: Darren Coleshill)
Παραμύθι: Το γαρύφαλλο των Αδελφών Γκριμμ (εικόνα: Darren Coleshill)

Το γαρύφαλλο

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βασίλειο πολύ μακρυά από εδώ, που είχε έναν βασιλιά και μια βασίλισσα. Η βασίλισσα ήταν καλόκαρδη μα πολύ λυπημένη. Βλέπετε δεν είχε την τύχη να κάνει παιδιά.

Κάθε πρωί, όμως, η βασίλισσα έκανε τον περίπατό της στον κήπο και παρακαλούσε το Θεό με όλη της την ψυχή να της χαρίσει ένα παιδάκι. Ώσπου μια μέρα ένας άγγελος ήρθε από τον ουρανό και της είπε:

- Μείνε ήσυχη, βασίλισσά μου. Σύντομα θα αποκτήσεις γιο. Και ο γιος σου θα έχει τη μαγική δύναμη ό,τι επιθυμήσει να γίνεται πραγματικότητα!

Η βασίλισσα έτρεξε χαρούμενη στο βασιλιά και του είπε το μεγάλο νέο. Και όταν ήρθε η ώρα, γέννησε ένα χαριτωμένο αγοράκι και ο βασιλιάς καταχάρηκε.

Κάθε πρωί πήγαινε με το αγοράκι της στον βασιλικό κήπο και έκανε μπάνιο σε μια κατακάθαρη πηγή. Εκεί κοντά, ο βασιλιάς είχε και τον ζωολογικό κήπο του, που είχε άγρια θηρία μέσα σε μεγάλα κλουβιά.

Κάποια μέρα, όταν το παιδάκι μεγάλωσε λίγο, η βασίλισσα έτυχε να είναι κουρασμένη και την πήρε ο ύπνος καθώς το κρατούσε, καθισμένη, στην αγκαλιά της. Τότε πλησίασε κρυφά ο κακός γέρο-μάγειρας του παλατιού που ήξερε για τη μαγική δύναμη του παιδιού και το έκλεψε για να την χρησιμοποιήσει ώστε να πλουτίσει. Ύστερα έσφαξε μια χήνα και έσταξε μερικές σταγόνες αίμα πάνω στα φορέματα της βασίλισσας.

Έπειτα πήρε το μικρό παιδί από το παλάτι, το έκρυψε μακριά με μια παραμάνα να το προσέχει και ξαναγύρισε γρήγορα. Κανείς δεν τον είχε καταλάβει, οπότε πήγε γρήγορα στο βασιλιά και συκοφάντησε τη βασίλισσα πως δεν πρόσεξε το παιδί της και το έχασε!

- Αποκοιμήθηκε, βασιλιά μου, και την ώρα που κοιμόταν κάποιο από τα άγρια θηρία θα βγήκε από το κλουβί του, άρπαξε το παιδί και το έφαγε.

Ο βασιλιάς είδε το αίμα στα φορέματα της βασίλισσας και πίστεψε την ιστορία που του είπε ο γερο-μάγειρας. Θύμωσε τόσο πολύ που πρόσταξε να χτίσουν το πιο ψηλό πύργο με τα πιο μικρά παράθυρα, όπου δεν θα έμπαινε ποτέ το φως του ήλιου ούτε του φεγγαριού! Και όταν χτίστηκε ο πύργος, πρόσταξε να κλειδώσουν μέσα τη δύστυχη βασίλισσα και να χτίσουν την πόρτα. Εκεί θα την άφηνε φυλακισμένη για εφτά ολόκληρα χρόνια, χωρίς φαγητό ή νερό, μέχρι να πεθάνει της πείνας. 

Αλλά ο Θεός έστειλε στη βασίλισσα δύο αγγέλους από τον παράδεισο. Οι άγγελοι είχαν τη μορφή περιστεριών και πετούσαν κοντά της δυο φορές τη μέρα και της έφερναν τροφή. Έτσι πέρασαν τα εφτά χρόνια και η βασίλισσα ήταν ζωντανή στον πανύψηλο τάφο της.

Ο γερο-μάγειρας δεν ήταν διόλου ήσυχος, γιατί φοβόταν να μη μαθευτεί η αλήθεια. «Αν πραγματικά το παιδί έχει μαγική δύναμη, και είμαι στο παλάτι μπορεί να με βάλει σε μπελάδες και χάθηκα», σκεφτόταν.

Έφυγε λοιπόν από το παλάτι και πήγε εκεί που είχε αφήσει το παιδί, το οποίο στο μεταξύ είχε μεγαλώσει αρκετά και μπορούσε να μιλάει. Ο πονηρός γερο-μάγειρας του είπε:

- Ξέρω πως ό,τι ζητήσεις γίνεται αμέσως. Ζήτησε λοιπόν έναν όμορφο πύργο για τον εαυτό σου, να είναι βασιλικά επιπλωμένος και ο κήπος του να έχει όλων των ειδών τα δέντρα και τα λουλούδια.

Μόλις το παιδί είπε δύο λέξεις με την ευχή του, αμέσως βρέθηκαν μακριά, σ’ ένα μεγαλόπρεπο πύργο με πανέμορφο κήπο. 

Ύστερα από λίγες μέρες ο μάγειρας είπε πάλι στο μικρό πρίγκιπα:

- Δεν είναι καλό που είσαι μοναχούλης. Ευχήσου να είχες για σύντροφο στα παιχνίδια σου ένα όμορφο κοριτσάκι.

Το βασιλόπουλο συμφώνησε. Δεν πρόφτασε να προφέρει τα λόγια αυτά και παρουσιάστηκε ένα όμορφο κοριτσάκι. Έλαμπε η ομορφιά της και ο καλύτερος ζωγράφος δε θα μπορούσε να τη ζωγραφίσει.

Τα δυο παιδιά έγιναν αχώριστα. Μαζί έπαιζαν, μαζί μελετούσαν, μαζί διασκέδαζαν και αγαπούσαν το ένα το άλλο με όλη την καρδιά τους. Και ο γέρο-μάγειρας περνούσε τον καιρό του κυνηγώντας στα γύρω δάση σαν πραγματικός άρχοντας.

Μα μια μέρα του μπήκε πάλι στο μυαλό η ιδέα πως κάποτε το βασιλόπουλο θα θυμόταν τον πατέρα του και θα πήγαινε να τον βρει. Και τι θα γινόταν τότε αυτός που είχε συκοφαντήσει τη βασίλισσα και είχε ξεγελάσει το βασιλιά; Φώναξε, λοιπόν, το κοριτσάκι και της είπε:

- Πάρε αυτό το μαχαίρι και απόψε την ώρα που θα κοιμάται το αγόρι πλησίασε σιγά στο κρεβάτι του και σκότωσέ το. Κόψε του τη γλώσσα και φέρε μου να την δω. Αν δεν το κάνεις, θα το πληρώσεις με τη ζωή σου.

Αυτά είπε ο κακούργος μάγειρας και έφυγε. Την άλλη μέρα που γύρισε, φυσικά, το κοριτσάκι δεν το είχε κάνει αλλά του είπε:

- Γιατί να κάνω αυτό το έγκλημα; Το αγόρι αυτό δεν έχει βλάψει ποτέ κανέναν!

Ο γερο-μάγειρας της είπε ξανά:

- Αν δεν κάνεις ό,τι σου είπα, θα το πληρώσεις με τη ζωή σου.

Μόλις έφυγε, το κορίτσι ζήτησε και της έφεραν ένα μικρό ελαφάκι. Όταν νύχτωσε, έκοψε τη γλώσσα του και την έβαλε σ’ ένα πιάτο.

Όταν άκουσε τον κακό μάγειρα να ανεβαίνει τη σκάλα είπε στο βασιλόπουλο:

- Γρήγορα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι σου και σκεπάσου ως πάνω.

Αμέσως μετά μπήκε στο δωμάτιο ο κακός γερο-μάγειρας και την ρώτησε:

- Έκανες ό,τι σου είπα; Πού είναι η γλώσσα του αγοριού;

Η κόρη του έδειξε το πιάτο με τη γλώσσα του ελαφιού. Την ίδια στιγμή το βασιλόπουλο πέταξε τα σκεπάσματα, πήδησε από το κρεβάτι και φώναξε αγριεμένος:

- Κακούργε, δολοφόνε! Θέλησες να κόψεις τη γλώσσα μου; Άκουσε τώρα τι σε περιμένει. Θα μεταμορφωθείς σε ένα μαύρο μαλλιαρό σκυλί με μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό σου. Θα τρως μόνο αναμμένα κάρβουνα και από το στόμα σου θα βγαίνουν φλόγες από φωτιά.

Δεν είχε τελειώσει ακόμη τα λόγια του και ο κακούργος γέρος είχε μεταμορφωθεί σε μαύρο μαλλιαρό σκύλο με μια χρυσή αλυσίδα γύρω από το λαιμό του. Ευθύς οι υπηρέτες έφεραν αναμμένα κάρβουνα από την κουζίνα και ο σκύλος άρχισε να τα τρώει και φλόγες έβγαιναν από το στόμα του.

Κάμποσες μέρες ακόμα έμεινε το βασιλόπουλο στον πύργο. Μα κάτι τον έτρωγε μέσα του. Ήταν πολύ ανήσυχο. Και μια μέρα, εκεί που καθόταν συλλογισμένο στον κήπο, πέταξε το άσπρο περιστέρι στον ώμο του και του διηγήθηκε όλη την ιστορία πως τον έκλεψε ο μάγειρας. Λαχταρούσε τώρα το βασιλόπουλο να πάει στην πατρίδα του. Φώναξε λοιπόν τη μικρή του φίλη και της είπε:

- Θα φύγω για την πατρίδα μου. Αν θέλεις, έλα μαζί μου. Οι γονείς μου πολύ θα σε αγαπήσουν.

Εκείνη του απάντησε:

- Αλίμονο, πώς να έρθω; Η πατρίδα σου είναι τόσο μακριά από εδώ!

Και καθώς εκείνη δίσταζε και μια του έλεγε πως δεν ήθελε να πάει μαζί του, και μια πως δεν ήθελε να χωριστούν, το βασιλόπουλο τη μεταμόρφωσε σ’ ένα θαυμάσιο γαρύφαλλο και έτσι την πήρε μαζί του.

Την άλλη μέρα ξεκίνησε για τη χώρα του. Ο μαύρος σκύλος τον ακολούθησε. Μόλις έφτασε, πήγε ίσια στον πύργο που ήταν φυλακισμένη η μητέρα του. Ο πύργος όμως ήταν πολύ ψηλός και η πόρτα ήταν χτισμένη. Δε μπορούσε να μπει.

- Αχ, ας είχα μια σκάλα να ανέβω ως το παράθυρο εκείνο εκεί ψηλά.

Δεν πρόφτασε να τελειώσει τα λόγια του και ξαφνικά βρέθηκε ακουμπισμένη στον τοίχο του πύργου μια πανύψηλη σκάλα. Το βασιλόπουλο σκαρφάλωσε, κοίταξε μέσα από τα κάγκελα του παραθύρου και φώναξε:

- Μανούλα μου, αγαπημένη, βασίλισσά μου, είσαι ακόμη ζωντανή;

Εκείνη νόμισε πως ήταν τα δύο περιστέρια που της έφεραν το φαγητό.

- Μόλις τώρα έφαγα. Δεν θέλω τίποτα άλλο, τους είπε. Σας ευχαριστώ πολύ.

Και τότε το βασιλόπουλο ξαναφώναξε:

- Γλυκιά μου μανούλα! Είμαι εγώ, ο αγαπημένος σου γιος. Ψέματα είπε ο κακός μάγειρας πως μ’ έφαγαν τα θηρία. Κοιταξέ με, μανούλα μου. Είμαι ζωντανός και γρήγορα θα σε ελευθερώσω.

Έπειτα κατέβηκε από τη σκάλα και έτρεξε στον πατέρα του. Πριν μπει μέσα είπε να αναγγείλουν στο βασιλιά πως ήταν κυνηγός και ζητάει να τον προσλάβει στην υπηρεσία του ο βασιλιάς.

Ο βασιλιάς τον δέχτηκε και του είπε:

- Ναι, χρειάζομαι έναν καλό κυνηγό ειδικά για ελάφια και αγριόχοιρους. Είσαι ικανός γι΄ αυτό το κυνήγι;

- Ναι, απάντησε το βασιλόπουλο. Σαν και μένα δεν υπάρχει άλλος κυνηγός. Θα χορτάσουν όλοι στο παλάτι. Κάθε μέρα θα κουβαλάω το πιο διαλεχτό κυνήγι.

Έτσι ο βασιλιάς τον πήρε στην υπηρεσία του. Τον έκανε αρχικυνηγό.

Την άλλη μέρα το βασιλόπουλο κάλεσε όλους τους κυνηγούς του παλατιού να πάνε όλοι μαζί να κυνηγήσουν στο δάσος. Όρισε στον καθένα τη θέση του. Έκανε ένα μεγάλο κύκλο με ένα μόνο άνοιγμα για είσοδο. Στάθηκε στη μέση του κύκλου κι ευχήθηκε με όλη του την καρδιά να γεμίσει ο τόπος κυνήγι. Αμέσως διακόσια και περισσότερα ελάφια, ζαρκάδια και αγριόχοιροι ξετρύπωσαν μέσα στον κύκλο που είχαν σχηματίσει οι κυνηγοί. Όλοι τους έτριβαν τα μάτια. Απορούσαν πού βρέθηκαν όλα αυτά τα ελάφια και οι αγριόχοιροι. Πρώτη φορά έβλεπαν τόσο πολλά. Τέντωσαν τα τόξα τους, σημάδεψαν και άρχισαν να χτυπούν. Και τόσα πολλά χτύπησαν που χρειάστηκε να φέρουν περισσότερα από εξήντα φορτηγά αμάξια για να τα φορτώσουν. Ο βασιλιάς έμεινε ενθουσιασμένος με τον καινούριο κυνηγό. Χρόνια τώρα είχαν να δουν στο παλάτι τόσα κρέατα. Για να εορτάσουν και να ευχαριστηθούν όλοι προσκάλεσε την άλλη μέρα τους αυλικούς και όλους τους αξιωματούχους να φάνε στο βασιλικό τραπέζι. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι, ο βασιλιάς είπε στον καινούριο κυνηγό:

- Για να σου δείξω πόσο είμαι ευχαριστημένος μαζί σου, έλα να καθίσεις δεξιά μου στο τραπέζι.

Το βασιλόπουλο απάντησε:

- Βασιλιά μου, κύριέ μου, αν μου επιτρέπει η Μεγαλειότητά σου, η θέση μου δεν είναι δεξιά σου. Εγώ δεν είμαι παρά ένας ταπεινός κυνηγός!

Ο βασιλιάς όμως επέμενε και τέλος είπε:

- Σε διατάζω να έρθεις να καθίσεις δεξιά μου.

Όπως καθόταν το βασιλόπουλο στο πλευρό το βασιλιά, άθελά του σκέφτηκε τη βασίλισσα. Ο νους του έτρεχε στην αγαπημένη του μητέρα και ευχόταν ολόψυχα μέσα του, κάποιος από τους καλεσμένους να τη θυμηθεί μέσα στη γενική αυτή χαρά. Μόλις έκανε την ευχή αυτή ακούστηκε ο Αρχιστράτηγος να λέει:

- Μεγαλειότατε, εμείς εδώ διασκεδάζουμε όλοι. Μα άραγε τι να γίνεται η Μεγαλειοτάτη; Ζει ακόμα στον πύργο; Τόσα χρόνια βασανίζεται και ο Θεός ξέρει αν φταίει ή όχι.

Ο βασιλιάς γύρισε, τον είδε και απάντησε θλιμμένος:

- Με την αμέλειά της έγινε αιτία να χάσω το πολυαγαπημένο μου παιδί. Άγρια θηρία το έφαγαν. Δεν θέλω να ακούω να μου μιλάτε γι΄αυτή.

Σηκώθηκε τότε το βασιλόπουλο και είπε:

- Κοίταξε με καλά, βασιλιά μου. Δε με γνωρίζεις; Μάθε πως εγώ είμαι ο γιος σου. Είμαι ζωντανός. Δε μ’ έφαγαν τα άγρια θηρία. Άδικα βασανίζεται τόσα χρόνια η γλυκιά μου μανούλα. Αυτός ο κακούργος ο μάγειρας του παλατιού με έκλεψε. Μόλις η μητέρα κουρασμένη έκλεισε τα μάτια της να κοιμηθεί λίγο, αυτός με έκλεψε, αφού πρώτα έβαψε τα φορέματα της με το αίμα μιας χήνας, και μ’ έκρυψε μακριά από το παλάτι.

Και αφού είπε αυτά πήγε το βασιλόπουλο, έφερε τον μαύρο σκύλο με τη χρυσή αλυσίδα μέσα στη μεγάλη αίθουσα και φώναξε:

- Να ο κακούργος!

Είπε τότε να φέρουν μερικά αναμμένα κάρβουνα και πρόσταξε το σκύλο να τα φάει. Ο σκύλος άρχισε να τρώει αναμμένα κάρβουνα και κόκκινες φλόγες πετάχτηκαν έξω από το στόμα του.

- Και τώρα, πατέρα, θα δεις τον μάγειρα όπως ήταν πριν μεταμορφωθεί σε σκύλο.

Και να, αμέσως, πρόβαλε μπροστά τους ο κακούργος γέρο-μάγειρας με τη μακριά άσπρη ποδιά του και το μεγάλο μαχαίρι στη ζώνη του.

Ο βασιλιάς μόλις τον αντίκρισε έγινε θηρίο από το θυμό του. Πρόσταξε αμέσως να τον ρίξουν στο πιο σκοτεινό μπουντρούμι.

Το βασιλόπουλο του είπε:

- Πατέρα μου, θα ήθελες να δεις το κορίτσι που μεγάλωσε μαζί μου και μου έσωσε τη ζωή όταν ο κακούργος ο γερο-μάγειρας την πρόσταξε να μου κόψει τη γλώσσα για να μη μπορώ να μιλήσω και να με σκοτώσει; Δεν το έκανε παρότι κινδύνευε να χάσει τη ζωή της.

Ο βασιλιάς φυσικά του είπε:

- Ναι, παιδί μου, θα ήθελα πολύ να τη γνωρίσω και να την ευχαριστήσω.

- Αγαπημένε μου πατέρα, είπε το βασιλόπουλο, θα σου τη δείξω μεταμορφωμένη σε ένα πανέμορφο λουλούδι.

Έβαλε τότε το χέρι στην τσέπη του, έβγαλε το γαρύφαλλο και το έβαλε πάνω στο βασιλικό τραπέζι. Ο βασιλιάς δεν είχε δει ποτέ του ωραιότερο λουλούδι!

- Και τώρα, είπε το βασιλόπουλο, θα σου δείξω την κόρη όπως είναι στην πραγματικότητα.

Και την ίδια στιγμή, παρουσιάστηκε το κορίτσι σε όλη του την λάμψη και την ομορφιά. Όλοι μαγεύτηκαν.

Ο βασιλιάς, χωρίς να πει λέξη, έστειλε κυρίες της τιμής στον πύργο για να φέρουν τη βασίλισσα στο βασιλικό συμπόσιο. Όταν έφτασαν στη φυλακή της, όμως, τη βρήκαν πολύ εξασθενημένη. Δεν είχε πια τη δύναμη ούτε να σταθεί στα πόδια. Την πήραν, την έφεραν στο παλάτι, την έντυσαν με τα βασιλικά φορέματα και την οδήγησαν στη μεγάλη αίθουσα. Όλοι συγκινήθηκαν βαθιά. Ο βασιλιάς με δάκρια στα μάτια της φίλησε το χέρι και την έβαλε να καθίσει δίπλα του.

Η καλόκαρδη βασίλισσα τον συγχώρησε και είπε:

- Ο πολυεύσπλαχνος Θεός τόσα χρόνια με κράτησε στη ζωή για να ξαναδώ το γιο μου. Είμαι πολύ ευτυχισμένη.

Έπειτα από τρεις μέρες πέθανε ήσυχη. Στην κηδεία της τα δυο άσπρα περιστέρια που της έφερναν τροφή όλα τα χρόνια που ήταν φυλακισμένη, φτερούγιζαν πάνω στο φέρετρό της.

Ο γέρο-βασιλιάς δεν μπόρεσε να αντέξει. Διέταξε να κάνουν κομμάτια τον μάγειρα, αλλά η καρδιά του είχε πληγωθεί βαθιά. Οι τύψεις τον βασάνιζαν τόσο πολύ ώστε ύστερα από λίγο ακολούθησε την άτυχη βασίλισσα στον τάφο.

Το βασιλόπουλο παντρεύτηκε την όμορφη κόρη που έφερε μαζί του μεταμορφωμένη σε γαρύφαλλο, και απ’ ό, τι ξέρω, ίσως και να ζουν ακόμα ως σήμερα ευτυχισμένοι.

 

Λίγα λόγια για το παραμύθι...

Το παραμύθι "Το γαρύφαλλο" (στα γερμανικά "Die Nelke", στα αγγλικά "The Pink" ή "The Carnation") είναι μια γερμανική ιστορία που δημοσίευσαν οι Αδελφοί Γκριμ και μεταφράστηκε στα Αγγλικά από την Margarate Hunt. Εχει τον αριθμό 76 στον κατάλογο παραμυθιών των Αδελφών Γκριμ. Περιλαμβάνει το μοτίβο 652 κατά Aarne-Thompson, με το αγόρι που ό,τι εύχεται γίνεται αληθινό. Η εισαγωγή του είναι παρόμοια με το Little Brier-Rose... Στο παραμύθι αναφέρεται και ο αριθμός 7 που είναι ο πιο συχνά εμφανιζόμενος αριθμός στα παραμύθια των Γκριμ!

Δώσε αστέρια στο παραμύθι: 
Μέσος όρος: 4.3 (Ψήφοι: 48)
Πληροφορίες
Βασικές πληροφορίες για το παραμύθι/ιστορία
Συγγραφέας παραμυθιού: 
Ετος πρώτης δημοσίευσης: 
Προέλευση (περιοχή) : 
Συλλογή παραμυθιών: 
Κατηγορία παραμυθιού: