Παραμύθι: Φεγγαροπεριπέτεια στην Ελατοφωλιά, της Μίνας Βασιλοπούλου
Παραμύθι: Φεγγαροπεριπέτεια στην Ελατοφωλιά, της Μίνας Βασιλοπούλου

Φεγγαροπεριπέτεια στην Ελατοφωλιά

Μια φορά και ένα καιρό ζούσαν σε ένα μικρό χωριό που το έλεγαν Ελατοφωλιά δύο πολύ αγαπημένα αδερφάκια, ο Μενέλαος και η Χλόη.

Ο Μενέλαος είχε μαύρα μαλλιά και ματάκια στο χρώμα του μελιού και η Χλόη είχε καστανά μαλλάκια, μάτια πράσινα και ροδοκόκκινα μάγουλα που θύμιζαν ζουμερές φράουλες.

Τα παιδάκια χαίρονταν τόσο που ζούσαν σε αυτό το όμορφο χωριό. Ήταν χτισμένο στην αγκαλιά ενός πολύ ψηλού βουνού που έμοιαζε με γίγαντα και το έλεγαν Ευρύαλο. Κάθε πρωί ο ήλιος το έλουζε με μπόλικο φως και ζέσταινε ακόμα και την πιο μικρή του γωνίτσα.

Μακριά από τα σπίτια ήταν ένα μικρό δάσος από έλατα, καταπράσινα και καμαρωτά. Από αυτό το δάσος είχε πάρει το χωριό το όνομά του, Ελατοφωλιά. Μα πόσο άρεσε στο Μενέλαο και τη Χλόη να περπατούν και να παίζουν με τις χρυσαφένιες ακτίνες του ήλιου που περνούσαν ανάμεσα από τα έλατα. Στις βόλτες τους έπαιρναν πάντα μαζί τους το σκύλο τους, που το φώναζαν Λουκάνικο. Το Λουκάνικο ήταν πολύ χοντρό σκυλάκι, σχεδόν ολόμαυρο με μόνο δύο άσπρες ρίγες στο κεφάλι του, ένα μικρό άσπρο μπάλωμα στο στήθος του και τέσσερα άσπρα παπουτσάκια στα πόδια του. Τα ποδαράκια του μάλιστα ήταν τόσο κοντά που μάλλον δεν άντεχαν το βάρος του και το έκαναν να περπατά αργά. Μα πόσο έμοιαζε με ένα μπαμπάτσικο λουκάνικο...

Μια μέρα, τα παιδάκια ξύπνησαν πολύ κεφάτα. Ήταν Αύγουστος αλλά ο καιρός ήταν δροσερός. Το καλό μας βουνό, o Ευρύαλος, φρόντιζε να δίνει μπόλικο δροσερό αεράκι μέσα στη καρδιά του καλοκαιριού και το κέφι για βόλτα ήταν μπόλικο.

Ο Μενέλαος και η Χλόη ήπιαν το γάλα τους, έφαγαν μερικά από τα αγαπημένα τους μπισκότα με δημητριακά και ξεκίνησαν να ετοιμάζονται για περίπατο και παιχνίδι στο δάσος με τα έλατα. Φόρεσαν και τα καπέλα τους, δύο όμορφα μεγάλα ψάθινα καπέλα που τα είχε κάνει δώρο η θεία τους η Μερόπη. Του Μενέλαου είχε γύρω γύρω ένα μεγάλο καφέ κορδόνι και το καπέλο της Χλόης στόλιζαν μικρά κερασάκια. Στις τσαντούλες έβαλαν ακόμα αντηλιακό, νεράκι και μπανάνες. Τώρα ήταν πανέτοιμοι να ξεκινήσουν!

«Λουκάνικο! Έλα..πάμε βόλτα!» φώναξε η Χλόη και το σκυλάκι απάντησε με γάβγισμα χαράς.

«Πρώτα να περάσουμε από τον κήπο με τα γεράνια και τα τριαντάφυλλα!», είπε ο Μενέλαος.

Και έτσι έγινε. Καθώς πήραν το χωμάτινο δρομάκι που οδηγούσε στο δάσος έκαναν μια μικρή στάση στο μοσχομυριστό κήπο. Μα πόσα πολλά πολύχρωμα λουλούδια! Ροζ, κόκκινα, μωβ, κίτρινα, πορτοκαλί γεράνια και τριαντάφυλλα απλώνονταν παντού και χάριζαν γλυκά και ζεστά αρώματα. Το Λουκάνικο κυλιόταν ανέμελο στο γρασίδι και τα παιδιά άγγιζαν και μύριζαν τα λουλούδια.

Το σκυλάκι κυλιόταν ανέμελο στο γρασίδι

«Λουκάνικο πάμε τώρα.. έχουμε δρόμο μέχρι να φτάσουμε στο δάσος και μη ξεχνάς: το μεσημέρι πρέπει να έχουμε γυρίζει σπίτι για φαγητό.», ακούστηκε η γλυκιά φωνή της Χλόης.

Θα ήταν έντεκα η ώρα όταν επιτέλους τα αδερφάκια έφτασαν στο δάσος με τα έλατα. Είχαν λίγο κουραστεί όμως από το περπάτημα και είπαν να βρουν ένα άνετο μέρος να καθίσουν. Κάτω από ένα φουντωτό έλατο σχηματιζόταν μια μικρή αγκαλιά στο χορτάρι και έτσι ο Μενέλαος και η Χλόη άπλωσαν τις δυο ψάθες που είχαν στις τσάντες τους και ξάπλωσαν εκεί μαζί με το Λουκάνικο.

Δε μιλούσαν καθόλου, χάζευαν τις παιχνιδιάρικες ακτίνες του ήλιου που τρύπωναν ανάμεσα στα έλατα και προσπαθούσαν να φτάσουν στο έδαφος σαν να ήθελαν να ενώσουν τη γη με τον ουρανό. Μια τέτοια λαμπερή ακτίνα φωτός αν κατάφερναν να πιάσουν τα μικρούλια, θα μπορούσαν επιτέλους να ανέβουν ψηλά σαν τα πουλιά και να χαμογελάσουν στον ήλιο.

Το ελατοδάσος

Δυστυχώς όμως η γλυκιά αυτή ησυχία δεν κράτησε για πολύ. Μια βροντερή και άγρια φωνή ακούστηκε κάπου εκεί κοντά να λέει:

«Βασιλιά μου Λιόναρ έψαξα πολύ, διάβασα πολύ και σου λέω με σιγουριά ότι για να πολεμήσουμε και να νικήσουμε τους ανθρώπους πρέπει να καταστρέψουμε καθετί γύρω που τους δίνει χαμόγελο. Το σκοτάδι να τυλίξει τον κόσμο τους, να μαραθούν τα φυτά, να εξαφανιστούν τα χρώματα των λουλουδιών και των κάθε λογής καρπών, να χαθούν τα δάση, να στερέψουν οι θάλασσες, οι λίμνες και τα ποτάμια και να σβήσουν τα πουλιά, τα ψάρια και όλα τα ζώα..».Αχ! Πόσο φοβήθηκαν τα αδερφάκια! Γούρλωσαν τα ματάκια τους και αγκαλιάστηκαν σφιχτά σαν δυο μικρά κουλουράκια που έγιναν ένα...

«Μάλιστα, Κικόραν. Και από πού πρέπει να ξεκινήσουμε;», απάντησε μια άλλη βροντερή και τρομαχτική φωνή.

«Μα από το φεγγάρι, Βασιλιά μου. Εκείνο θα χτυπήσουμε πρώτο. Έχουμε μια πελώρια μαύρη πέτρα. Αν μαζευτούμε όλες οι κακές σκιές μαζί θα καταφέρουμε να τη πετάξουμε τόσο δυνατά στο φεγγάρι που αυτό δεν θα αντέξει και θα πέσει. Τότε θα σβήσει και το φως του θα χαθεί για πάντα...»

Δεν πίστευαν στα αυτιά τους τα παιδιά.

«Μα αλήθεια ακούσαμε αυτά τα κακά πράγματα; Μήπως ήταν απλώς ένα κακό όνειρο;», σκεφτόντουσαν. Γύρισαν προσεχτικά τα κεφαλάκια τους πίσω από το έλατο και τι να δουν; Δύο σκιές ολόμαυρες και πολύ ψηλές και άγριες. Μα αλήθεια ήταν δυστυχώς ό,τι άκουσαν.

Περίμεναν λίγη ώρα μέχρι να φύγουν οι κακές σκιές και αποφάσισαν να γυρίσουν σπίτι τους. Δεν είχαν πια όρεξη για παιχνίδι. Τα ματάκια τους ήταν λυπημένα και στα χείλη τους δεν υπήρχε πια χαμόγελο. Ακόμα και το Λουκάνικο είχε καταλάβει τη στεναχώρια και το πόνο τους και περπατούσε με κατεβασμένη τη μουσούδα.

Σε όλο το δρόμο δεν μίλησαν καθόλου. Περπατούσαν αργά και με σκυμμένο το κεφάλι. Θα ήταν δυο ή ώρα όταν έφτασαν σπίτι. Η μητέρα τους είχε ετοιμάσει γεμιστά, το αγαπημένο τους φαγητό. Μα τι και αν μοσχομύριζαν οι γεμιστές ντομάτες, οι πιπεριές, οι μελιτζάνες και οι κολοκυθοανθοί.. Μπουκιά δε μπορούσαν να βάλουν στο στόμα τους. Η καλή τους μανούλα κατάλαβε την λύπη τους και ανησύχησε πολύ:

«Τι συμβαίνει μικρά μου; Τι πάθατε;».

Ο Μενέλαος και η Χλόη διηγήθηκαν όλα όσα είχαν ακούσει να λένε οι κακές σκιές και ζήτησαν τη συμβουλή της μαμάς τους. Εκείνη άνοιξε τη ζεστή αγκαλιά της, τα έβαλε μέσα και τους είπε:

« Πρέπει να το μάθουν τα παιδιά όλου του κόσμου και να έρθουν εδώ. Μόνο το φως της αγάπης σας μπορεί να νικήσει το σκοτάδι των κακών σκιών.»

Με αυτή τη μικρή ελπίδα, τα μικρούλια πήγαν στο δωμάτιό τους. Το δωμάτιο ήταν απλό με δυο μονά κρεβάτια και μια μεγάλη ξύλινη συρταριέρα. Οι τοίχοι βαμμένοι σε λαχανί χρώμα και το ταβάνι γαλάζιο στο χρώμα του ουρανού. Πάνω στη συρταριέρα, η μητέρα τους είχε βάλει σήμερα ένα βάζο με μπόλικα άσπρα τριαντάφυλλα και ένα μικρό ροζ κουτί με λίγες καραμέλες φράουλας. Μια μέρα πριν, ο Μενέλαος και η Χλόη θα είχαν ξετρελαθεί με την έκπληξη της μαμάς τους και ήδη θα πιπιλούσαν τις αγαπημένες τους καραμέλες. Σήμερα ούτε που τις είδαν. Το μυαλό τους έτρεχε συνεχώς στο πρόβλημα. Μα πώς θα μπορούσαν να μεταφέρουν το μήνυμα σε όλα τα παιδιά; Πόσο δύσκολο ήταν αυτό... Και πώς θα τα κατάφερναν ως αύριο βράδυ όπου οι σκιές είχαν κανονίσει να κάνουν το μεγάλο κακό;

«Μενέλαε, το ακούσαμε καθαρά ότι αύριο δώδεκα η ώρα θα χτυπήσουν το γεμάτο αυγουστιάτικο φεγγάρι μας», είπε με τρόμο η Χλόη.

Την ίδια ώρα που τα αδέρφια αγωνιούσαν όλες οι κακές σκιές του κόσμου δούλευαν ασταμάτητα στο δάσος για την αποστολή τους. Έτριβαν την πελώρια πέτρα για να γίνει μυτερή σαν ένα μεγάλο κοφτερό μαχαίρι. Ο κακός υπηρέτης Κικόραν έδινε εντολές ώστε να γίνουν όλα τέλεια και κάθε μια ώρα πήγαινε στο βασιλιά του Λιόναρ και του μιλούσε για το πώς πάνε και αν είναι όλα εντάξει.

Ετριβαν και έτριβαν για να κάνουν μυτερή την πέτρα

Είχε βραδιάσει πια. Ο Μενέλαος και η Χλόη είχαν πίστη σε αυτό που είχαν ακούσει από τη μαμά τους. Ήταν σίγουρα ότι όλα τα παιδιά θα έβρισκαν τη λύση. Όμως ακόμα δεν ήξεραν τον τρόπο να στείλουν το μήνυμα σε όλες τις χώρες και σε τόσο λίγο χρόνο.

«Πάμε μια βόλτα να περπατήσουμε λίγο;», είπε ο Μενέλαος στην αδερφή του.

«Ναι. Πάμε να δούμε το φεγγάρι. Θέλω απόψε να του κάνουμε παρέα. Θέλω να του πούμε όσα θα γίνουν αύριο. Πρέπει να ξέρει», απάντησε η Χλόη.

Τα αδέρφια βγήκαν από το σπίτι και ένιωσαν αμέσως το δροσερό αεράκι να χαϊδεύει τα πρόσωπά τους. Δεν πήγαν πολύ μακριά, μόνο ως τον κήπο με τα γεράνια και τα τριαντάφυλλα. Εκεί είχε ένα παγκάκι και πολύ πολύ ησυχία. Κάθισαν και σήκωσαν με τρυφερότητα το βλέμμα τους στο φεγγάρι. Μα πόσο όμορφο και φωτεινό ήταν. Στεκόταν εκεί ψηλά σχεδόν γεμάτο και τόσο μα τόσο λαμπερό.

«Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σχολειό,
να μαθαίνω γράμματα,
γράμματα, σπουδάγματα,
του Θεού τα πράγματα.
Φεγγαράκι μου γεμάτο
σα φλουρί κωσταντινάτο,
Φέγγε μου τώρα στη στράτα,
στο σχολειό να κατεβώ,
να μαθαίνω γράμματα,
γράμματα, σπουδάγματα.
του Θεού τα πράγματα.

Tους γονείς μου ν’ αγαπώ
και τρανό νά ’χω σκοπό»

Αυτό το τραγουδάκι έβγαινε από τα χείλη των παιδιών σε ρυθμό λυπητερό. Πόσες μα πόσες φορές το είχαν τραγουδήσει χαρούμενα... Μα τώρα ίσως να ήταν η τελευταία φορά. Το φεγγάρι όμως, που όλους τους έβλεπε και όλα τα καταλάβαινε, ένιωσε την στεναχώρια των παιδιών και αποφάσισε να στείλει κοντά τους τη Χρυσαφένια, τη μικρή νεράιδα που ζούσε στην αγκαλιά του και να μάθει τί τους συμβαίνει..

Ένα χρυσό σκοινί εμφανίστηκε ξαφνικά από την άκρη του φεγγαριού ως τη γη. Από αυτό πιάστηκε η Χρυσαφένια και κύλησε κάτω να βρει τα αδερφάκια..

«Γιατί είστε λυπημένα καλά μου παιδιά; Είμαι η Χρυσαφένια, ζω στην αγκαλιά του Φεγγαριού. Με έστειλε κοντά σας γιατί κατάλαβε τη λύπη σας», είπε η νεράιδα.

Ουάου! Τι λάμψη ήταν αυτή. Τα παιδιά όταν είδαν τη Χρυσαφένια έμειναν να τη κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό. Τα μαλλιά της έφταναν κάτω από τη μέση και ήταν χρυσοκίτρινα. Φορούσε ένα χρυσαφένιο φόρεμα που λαμπύριζε και τα μάτια της έσταζαν φως.

«Μα αλήθεια σε έστειλε το φεγγάρι;», ρώτησε η Χλόη.

«Ναι.. Πείτε μου τώρα.. Τι μπορώ να κάνω για εσάς», απάντησε εκείνη.

Τα αδέρφια είπαν όλα όσα είχαν ακούσει στη νεράιδα και μοιράστηκαν μαζί της το φόβο και την αγωνία τους για όσα θα ακολουθούσαν.

«Καλά μου παιδιά, η μητέρα σας έχει δίκιο. Μόνο η αγάπη μπορεί να νικήσει τις σκιές. Ακούστε με τώρα προσεχτικά. Θα σας δώσω μια φλογέρα. Είναι μαγική. Η μουσική της τραβάει προς το μέρος της κάθε αγνή ψυχή. Μην χάνετε χρόνο και πηγαίνετε στο δάσος τώρα να παίξετε τη μελωδία της».

Αυτά είπε η μικρή νεράιδα, τους έδωσε τη φλογέρα και ξεκίνησε το δρόμο της επιστροφής.

Ο Μενέλαος και η Χλόη έτρεξαν προς το δάσος με τα έλατα και ανυπομονούσαν να ακούσουν τη μουσική και το μαγικό της κάλεσμα.

«Μενέλαε ας καθίσουμε εδώ και ας αρχίσουμε», είπε η μικρή και ξεκίνησε με αγωνία να παίζει τη φλογέρα».

Μα τι γλυκιά, ονειρεμένη μελωδία ήταν αυτή! Σαν να άγγιζε απαλά και τρυφερά κάθε δημιούργημα του θεού. Σαν να ήθελε να το κάνει δικό της και να το βάλει στον κόσμο της, στο κόσμο της αγάπης που όλα ζουν μαζί όμορφα, ήσυχα, χαρούμενα.

Μα ποιος θα μπορούσε να μην ακούσει αυτή τη μελωδία; Δεν πέρασε λίγη ώρα, και άρχισαν να φτάνουν στο δάσος παιδιά και μεγάλοι, παππούδες, γιαγιάδες, μαμάδες, μπαμπάδες και κάθε λογής ζώα. Και πρώτο πρώτο το Λουκάνικο! Πουλιά, λύκοι, σκυλάκια, πρόβατα, λιοντάρια, τίγρεις, ελέφαντες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε!

Μα η νεράιδα το είχε πει. Κάθε δημιούργημα του θεού με αγνή και ζεστή καρδιά μπορεί να ακούσει τη μαγική φλογέρα. Και ευτυχώς ήταν πολλοί εκείνοι που είχαν ακόμα αγάπη και μαγεία στην καρδιά τους.

Και μαζεύονταν, και μαζεύονταν όλο και περισσότεροι χωρίς να ξέρουν το λόγο. Σαν να ήταν μαγεμένοι, όπως τότε οι τρεις μάγοι που με οδηγό ένα φωτεινό αστέρι και μόνο πήγαιναν στο μικρό Χριστό, έτσι και όλοι αυτοί με οδηγό τη μελωδία αυτή έφταναν εκεί.

Είχε φτάσει το απόγευμα της άλλης μέρας και κόντευε η πανσέληνος, όταν οι σκιές κατάλαβαν τι γινόταν στο δάσος. Ως τότε δούλευαν και ακόνιζαν τη πέτρα που θα χτυπούσαν το φεγγάρι, κάτω από το έδαφος, στο βάθος της γης. Εκεί στα σκοτεινά είχαν το σπίτι τους...

Ο Κικόραν ανησύχησε πολύ και έτρεξε γρήγορα στο Βασιλιά Λιόναρ.

«Βασιλιά μου πάρα πολλά παιδιά και πάρα πολλά ζώα και άνθρωποι βρίσκονται στο σημείο από όπου έχουμε κανονίσει να ρίξουμε τη πέτρα. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει! Τι θα κάνουμε;»

«Μην ανησυχείς Κικόραν. Εμείς οι σκιές δεν πιανόμαστε και δεν μπορούν να μας εμποδίσουν. Απλώς θα μας κοιτούν και θα δουν το φεγγάρι τους να πέφτει και να ξεψυχά».

Πλησίαζε δώδεκα. Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και πιο λαμπερό από ποτέ.. Το δάσος θύμιζε την κιβωτό του Νώε. Μα πώς γινόταν άγρια ζώα και άνθρωποι να είναι μαζί και αγαπημένοι; Και όμως. Πριν ακουστεί η μαγική φλογέρα, ένας λύκος θα τρόμαζε ένα παιδί. Αυτή την ώρα όμως υπήρχε κάτι που ένωνε όλους μαζί και τους έκανε να καταλαβαίνονται. Σαν να ένιωθαν ότι κάτι πολύ κακό θα συμβεί. Και όμως υπήρχε κάτι μέσα τους, κάτι μαγικό που τους έδινε πίστη και αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά...

Δώδεκα παρά ένα λεπτό, οι σκιές βγήκαν από τα βάθη της γης στο δάσος και μαζί τους είχαν τη μεγάλη πέτρα. Μια τεράστια πέτρα, μαύρη και τόσο μα τόσο κοφτερή. Όλοι και όλα ανατρίχιασαν όταν είδαν τις σκιές με την πέτρα.

Και ξαφνικά όλες οι κακές σκιές πήραν θέση για να σηκώσουν τη πέτρα και να την πετάξουν στο φεγγάρι. Ο Λιόναρ και ο Κικόραν στέκονταν λίγο πιο πέρα και έδιναν εντολές.

«Ωχ, η πέτρα αρχίζει να σηκώνεται, και αν είναι δυνατόν...σημαδεύει το φεγγάρι! Χριστέ μου, βοήθησέ μας! Αν αυτή η πέτρα χτυπήσει το φεγγάρι, θα το τραυματίσει θανάσιμα. Θα πέσει κάτω και θα σβήσει. Τι θα κάνουμε;», φώναζαν οι άνθρωποι και γρύλιζαν τα ζώα.

Φωνές, πολλές φωνές, φόβος, αγωνία παντού. Άνθρωποι και ζώα αγκαλιάζονταν και έκλαιγαν.

Και η πέτρα σηκώθηκε και πήγε τόσο ψηλά που δυστυχώς βρήκε το φεγγάρι και εκείνο χλόμιασε και μη μπορώντας να κάνει κάτι δέχτηκε με πόνο τη μυτερή πέτρα. Πληγώθηκε και όπως ήταν ολοστρόγγυλο και γεμάτο έπεσε αργά στο δάσος ανάμεσα στις σκιές, στους ανθρώπους και τα ζώα.

Και οι κακές σκιές ψήλωναν πιο πολύ και φούσκωναν και γίνονταν όλο πιο μαύρες και σκοτεινές.

Μεγάλη λύπη έπεσε στο δάσος. Ζώα και άνθρωποι σκοτείνιασαν όπως σκοτείνιασε και ο ουρανός. Πιάστηκαν χέρι χέρι όλοι μαζί και έκαναν ένα πολύ πολύ μεγάλο κύκλο γύρω από το πληγωμένο φεγγάρι. Και τα πουλιά πετούσαν σε κύκλο και αυτά γύρω... Μέσα σε αυτόν τον κύκλο της αγάπης, κλείστηκε το φεγγάρι.

Οι σκιές δεν μπορούσαν να δουν από μακριά τι γίνεται μέσα στον κύκλο. Προσπάθησαν να γλιστρήσουν ανάμεσα και να μπουν μέσα. Όσο όμως και αν προσπαθούσαν, δε μπορούσαν να τα καταφέρουν...

Ο κύκλος της αγάπης προστάτευε το φεγγάρι από το κακό, και εκεί που εκείνο ξεψυχούσε και αργοπέθαινε ξαφνικά συνέβη το θαύμα. Το φεγγάρι ξαναγέμιζε φως και δυνάμωνε και σιγά σιγά έτσι ολοστρόγγυλο και λαμπερό, σαν φλουρί κωσταντινάτο ανέβαινε στον ουρανό. Και ανέβαινε και ανέβαινε και πήρε πάλι τη θέση του και φώτισε τη νύχτα και χάθηκε το σκοτάδι και όλες οι κακές σκιές μαζί...

 

Δώσε αστέρια στο παραμύθι: 
Μέσος όρος: 4.8 (Ψήφοι: 92)
Πληροφορίες
Βασικές πληροφορίες για το παραμύθι/ιστορία
Συγγραφέας παραμυθιού: 
Ετος πρώτης δημοσίευσης: 
Προέλευση (περιοχή) : 
Κατηγορία παραμυθιού: 

Ψάχνετε καλές συνταγές;