Μίλα μου! Ένα παραμύθι για τον σχολικό εκφοβισμό, της Έλσας Ογκρένι
Μίλα μου! Ένα παραμύθι για τον σχολικό εκφοβισμό, της Έλσας Ογκρένι

Μίλα μου!

Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα αγοράκι, ο Άγγελος. Ήταν πάντα ατημέλητο, και στο σχολείο δεν είχε πολλούς φίλους. Σπάνια έπαιζε με τα άλλα παιδιά και αυτό μόνο όταν τους έλειπε κάποιος παίκτης και δεν γινόταν να παίξουν αλλιώς. Μάλιστα καμία φορά το κορόιδευαν για τα παλιά ρούχα που φόραγε. Και κάποιες άλλες φορές επειδή ήταν σκισμένα. Μα αυτός δεν έλεγε τίποτα.

Ο μικρός Άγγελος όμως ήταν χαρούμενο παιδί και πάντα πολύ ευγενικό. Ποτέ δεν ενοχλούσε τα άλλα παιδιά ακόμη και αν ήθελε πολύ να παίξει μαζί τους. Μέσα στην τάξη ήταν πάντα πολύ ενεργός, ήξερε να απαντήσει τις περισσότερες ερωτήσεις που έκανε ο δάσκαλος ή η δασκάλα μέσα στην τάξη. Ποτέ όμως δεν μιλούσε αν δεν του είχε δοθεί ο λόγος και ποτέ δεν μιλούσε όταν μίλαγε κάποιο άλλο παιδάκι. Ήταν καλός μαθητής μα πάνω από όλα ήταν και καλό παιδάκι.

Μετά το σχολείο πήγαινε σπίτι πάντα από τον δρόμο που του είχαν δείξει οι γονείς του. Και όταν έφτανε σπίτι πάντα τον καλωσόριζε η μαμά του ή ο μπαμπάς του με ένα γλυκό φιλί και με πολλές ερωτήσεις για το πως ήταν η μέρα του στο σχολείο. Ο Άγγελος δεν τους έλεγε πολλά και πάντα έδινε έμφαση στο πόσες ερωτήσεις είχε απαντήσει μέσα στην τάξη. Στο σπίτι, αφού έκανε πρώτα τα μαθήματα του για την επόμενη μέρα καθόταν και έπαιζε με τα παιχνίδια του. Κανείς θα έλεγε ότι έδινε όλη του την ψυχή στο παιχνίδι. Το βράδυ πριν πάει για ύπνο του άρεσε να κοιτάει τα αστέρια. Ονειρευόταν και έφτιαχνε όμορφες εικόνες στο μυαλό του. Και κάθε βράδυ τον έπαιρνε ο ύπνος έτσι, να ονειρεύεται.

Στο σχολείο οι μέρες ήταν σχεδόν όλες ίδιες για τον μικρό Άγγελο. Μια από όλες αυτές τις ίδιες μέρες μετά το σχολείο αποφάσισε να πάρει έναν άλλο δρόμο για το σπίτι. Ήθελε κάτι διαφορετικό για μία φορά. Έτσι κίνησε και πηγαίνει σπίτι του από τον καινούριο δρόμο. Εκεί λίγο παρακάτω από που βρισκόταν το σχολείο του είδε μια παιδική χαρά. Σκέφτηκε ότι δεν θα πείραζε κανέναν να μπει μέσα και να κάνει λίγο κούνια. Στο σχολείο πάντα οι κούνιες ήταν γεμάτες με άλλα παιδάκια και δεν τολμούσε ποτέ να πάει να τους ζητήσει να κάνει και αυτός λίγο.

Ανέβηκε στην κούνια, έσπρωξε με τα πόδια του λίγο προς τα πίσω και μετά τα άφησε. Σε λίγα δευτερόλεπτα βρισκόταν στον αέρα. Ένιωθε τόσο όμορφα. Για μία στιγμή έκλεισε τα μάτια του και ένιωθε ότι πετούσε στα αλήθεια. Ένιωσε σαν αεροπλάνο. Όμως σκέφτηκε ότι θα αεροπλάνα πετάνε πολύ ψηλά και όταν είσαι πολύ ψηλά βλέπεις μόνο σύννεφα. Άνοιξε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια του μόνο και τα ξαναέκλεισε. Τώρα σκεφτόταν ότι ήταν ένα πουλί. Τα πουλιά σκέφτηκε ότι πετάνε πιο κοντά στην θάλασσα και στους ανθρώπους και του άρεσε αυτό το συναίσθημα.

Πρώτη φορά ονειρευόταν μέρα. Πάντα ονειρευόταν το βράδυ πριν πάει για ύπνο. Τώρα ήταν μεσημέρι όμως. Ονειρευόταν ότι ήταν στο σχολείο και έλεγε στον Αντρέα, το παιδί που πάντα ξεκίναγε να το κοροϊδεύει, να τον αφήσει ήσυχο, του έλεγε να κάτσει να παίξει με τους φίλους του και αυτός θα καθόταν να παίξει με την δική του παρέα. Στα όνειρα του ο Άγγελος είχε πάντα παρέα. Φανταζόταν του φίλους του και τις τις ατέλειωτες ώρες που θα παίζανε όλες μαζί. Όμως με το που άνοιξε τα μάτια του καταλάβαινε ότι δεν είχε ποτέ αυτή την δύναμη να πει στον Αντρέα τίποτα. Εκεί που έφτιαχνε τα μικρά του όνειρα άκουσε μία φωνή.

- Γεια σου Άγγελε, Άγγελεεεεε; Άνοιξε τα μάτια του όμως δεν είδε κάποιον, για λίγο σκέφτηκε μήπως το είχε φανταστεί και πριν προλάβει να κλείσει ξανά τα μάτια του ακούστηκε πάλι μια φωνή.

- Εεε Άγγελε κατέβα κάτω να παίξουμε.

Σταμάτησε την κούνια και γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω. Από κει ακουγόταν η φωνή. Εκεί είδε να στέκεται ένα κοριτσάκι. Ήταν μικροκαμωμένο, φορούσε ένα φόρεμα γεμάτο λουλούδια με διάφορα χρώματα. Ήταν λίγο σκισμένο στην μια άκρη, αλλά ήταν τόσο όμορφο. Δεν την είχε ξαναδεί ποτέ του. Αλλά αν είναι έτσι, σκέφθηκε, πώς ήξερε το κοριτσάκι το όνομα του;

- Γεια σου, απάντησε με μια μπερδεμένη φωνή.

- Πηγαίνουμε στο ίδιο σχολείο, με λένε Σόφη και σε έχω δει που τα διαλείμματα κάθεσαι πάντα δίπλα από το μοβ παγκάκι.

- Ααα συγγνώμη αλλά εγώ δεν σε έχω δει στο σχολείο μου. Χάθηκα παρεμπιπτόντως.

- Είναι επειδή πάντα κάθομαι στο παράθυρο μέσα στην τάξη.

- Και εδώ τι κάνεις;

- Να, μένω ακριβώς απέναντι. Έδειξε με το μικρό της δαχτυλάκι ένα μικρό σπιτάκι που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την παιδική χαρά. Ήταν και αυτό πολύχρωμο, ένας τοίχος ήταν βαμμένος απαλό ροζ ενώ οι υπόλοιποι ήταν κάτι σαν το χρώμα που έχει το γάλα. Άσπρο αλλά όχι ακριβώς άσπρο. Η αυλή ήταν γεμάτη στολίδια, πράγματα πολλά να κρέμονται από το δέντρο που υπήρχε εκέι.

- Σε είδα που έκανες κούνια μόνος σου και σκέφτηκα ότι αφού ούτε εγώ είχα παρέα θα μπορούσαμε να παίξουμε μαζί.

Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του μικρού Άγγελου και έγνευσε καταφατικά. Παίζανε αρκετή ώρα, όταν είδε τον ήλιο να μην βρίσκεται πια ψηλά κατάλαβε ότι έπρεπε να είχε πάει σπίτι του αρκετή ώρα πριν.

Έφτασε σπίτι και οι γονείς του καθόντουσαν στο μικρό τραπεζάκι της κουζίνας. Είδε την μαμά του να κρατάει το κεφάλι της με τα χέρια και τον πατέρα του να να πηγαίνει βόλτες πάνω κάτω. Όταν μπήκε μέσα στο σπίτι, οι γονείς του πήραν μία ανάσα αλλά πριν προλάβουν να μιλήσουν ο μικρός Άγγελος με μια λυπηρή φωνή τους είπε:

- Μαμά, μπαμπά, το ξέρω ότι αυτό που έκανα σήμερα ήταν λάθος. Παρασύρθηκα από το παιχνίδι και τις κούνιες και δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα. Πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό μπορούσα να κάνω κούνια όση ώρα ήθελα χωρίς να με διώξουν τα άλλα παιδιά. Και δεν θα το πιστέψετε, γνώρισα και μια καινούρια φίλη, πηγαίνουμε μάλιστα στο ίδιο σχολείο αλλά δεν βγαίνει στα διαλείμματα έξω γιατί τα άλλα παιδιά την πειράζουν και την κορόιδευαν και της είπα ότι τώρα θα κάνουμε μαζί παρέα γιατί είμαστε ίδιοι και δεν θα είμαστε μόνοι μας τα διαλείμματα.

Οι γονείς του Άγγελου ήταν πολύ θυμωμένοι στην αρχή, αλλά δεν ήξεραν ότι ο Άγγελος δεν είχε φίλους και ότι τον πειράζανε στο σχολείο. Είπαν στον Άγγελο να κάτσει και να πάρει μια ανάσα. Είχαν πολλές ερωτήσεις να του κάνουν.

Ο Άγγελος δεν είχε καταλάβει ότι τα είχε πει όλα αυτά, αλλά πάνω στην ταραχή του ήθελε να εξηγήσει στους γονείς του πώς έχουν τα πράγματα. Ζήτησε και πάλι συγγνώμη. Τότε οι γονείς του του εξήγησαν ότι πρέπει πάντα να τους ενημερώνει πρώτα και μετά μπορεί να παίζει όσο θέλει. Και μετά είπε στους γονείς του όλα όσα είχαν συμβεί στο σχολείο τα οποία δεν τους έλεγε τόσο καιρό.

Εκείνη την μέρα ο Άγγελος έμαθε ότι δεν ήταν σωστό να πηγαίνει να παίζει χωρίς να ενημερώνει τους γονείς του πρώτα. Έμαθε ακόμη ότι πάντα μια μεγάλη ανάσα βοηθάει να παίρνουμε δύναμη και να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας. Έμαθε ότι είχε δικαίωμα να κάνει κούνια όσο και τα άλλα παιδάκια. Ακόμη έμαθε ότι το να μην μιλάμε δεν αλλάξει τα πράγματα, αλλά όταν μιλάμε τότε μπορούμε να κερδίσουμε κάτι. Έμαθε πολλά πράγματα και ανυπομονούσε να πάει να τα πει στην Σόφη την επόμενη μέρα.

Όταν ήρθε η επόμενη μέρα, ο Άγγελος πήγε στο δεύτερο διάλειμμα και βρήκε την Σόφη η οποία ήταν μέσα στην τάξη ακόμη. Της είπε όσα είχε μάθει την προηγούμενη μέρα. Της είπε ακόμη ότι θα την προσέχει και, αν την κοροϊδέψει κάποιος, θα είναι αυτός μαζί της και αυτή την φορά θα μιλήσουνε. Έτσι βγήκαν έξω και είδαν ότι στις κούνιες καθόταν ο Αντρέας και οι φίλοι του. Αλλά και στο πρώτο διάλειμμα πάλι αυτοί καθόντουσαν εκεί. Πλησίασαν και λέει ο Άγγελος στα παιδιά:

- Αντρέα πρέπει όλοι να κάνουμε κούνια, όλη την ώρα στο πρώτο διάλειμμα καθόσασταν πάλι εσείς. Να, και η Μαίρη θέλει να κάνει, περιμένει τόση ώρα. Επίσης θέλουμε εγώ και η Σόφη να κάνουμε κούνια.

- Δεν είναι σωστό να κάνεις μόνο εσύ κούνια! Κατέβα! είπε η Σόφη.

Τότε ο Αντρέας σηκώθηκε, πήγε προς το μέρος τους, έσπρωξε τον Άγγελο και έτσι ο Άγγελος βρισκόταν σύντομα στο πάτωμα. Μετά ο Αντρέας άρχισε να γελάει και τους απάντησε:

- Γιατί αλλιώς τι θα μου κάνετε;

Ο Άγγελος σηκώθηκε και, με μια βαθιά ανάσα, του απαντάει:

- Τίποτα δεν θα σου κάνουμε, εγώ δεν θα σε έσπρωχνα ποτέ, απλά θέλαμε να δουν και τα άλλα παιδιά πως συμπεριφέρεσαι. Και πόσο άσχημα μιλάς. Μπορεί να μην σου απαντάγαμε τόσο καιρό σε όλα αυτά που μας έκανες, αλλά έμαθα χθες ότι μπορώ να σου απαντήσω. Μπορώ να διεκδικήσω και εγώ να κάνω κούνια όση ώρα και εσύ. Μπορώ να σηκωθώ και ας έπεσα κάτω. Και αν με σπρώξεις πάλι θα σηκωθώ ξανά.

Ξαφνικά όλα τα παιδιά πήγαν προς το μέρος του Άγγελου και της Σόφης, τον κοίταξαν και μετά στράφηκαν προς τον Αντρέα και άρχισαν όλοι μαζί να φωνάζουν.

- ΘΕΛΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΟΥΝΙΑ!!

Ο Αντρέας δεν πίστευε στα αυτιά του, ήταν σχεδόν όλα τα παιδιά από το σχολείο και φώναζαν σε αυτόν και στους φίλους του να φύγουν από τις κούνιες.

Όλα τα παιδιά ήθελαν να κάνουν κούνια

Δεν πέρασε πολύ ώρα και μία δασκάλα εμφανίστηκε και τους είπε να κάνουν ησυχία και ότι δεν είναι πρέπουσα συμπεριφορά να φωνάζουν έτσι. Ο Αντρέας, με το που είδε την δασκάλα, σηκώθηκε από την κούνια γιατί φοβήθηκε.

Στο επόμενο διάλειμμα, οι κούνιες ήταν άδειες και όταν έφτασαν τα παιδιά έκανε κούνια πότε ο ένας και πότε ο άλλος. Ο Άγγελος ήταν παραδίπλα με την Σόφη και παίζανε, όταν πήγαν δυο άλλα παιδιά και τους ζήτησαν να παίξουν όλοι μαζί. Σιγά σιγά όλο και περισσότερα παιδιά θέλανε να παίξουν με τον Άγγελο και την Σόφη και έτσι σύντομα ο Αντρέας δεν είχε αρκετά άτομα για να παίξει ποδόσφαιρο η μπάσκετ αφού όλοι κατάλαβαν ότι δεν μιλάει και δεν συμπεριφέρεται όμορφα. Αφού δεν ήταν ευγενικός και καλός μαζί τους δεν θέλανε να παίξουν μαζί του. Ο Αντρέας απλά τους κοίταγε και ήταν πέρα στο μοβ παγκάκι και απλά κράταγε την μπάλα στα χέρια του.

Εκείνη την μέρα ο Άγγελος είχε πολλά να πει στους γονείς του για το πώς ήταν η μέρα του στο σχολείο. Αφού τους τα περιέγραψε όλα αναλυτικά συμπλήρωσε στο τέλος:

- Μαμά, Μπαμπά δεν μου αρέσει όμως που ο Αντρέας στο τέλος δεν είχε φίλους!

Οι γονείς του Άγγελου κατάλαβαν πόσο ευγενική καρδιά έχει ο γιος τους και τον συμβούλεψαν:

- Μπορείς αύριο να πας μαζί με την Σόφη να πείτε στον Αντρέα ότι μπορεί και αυτός να παίξει μαζί τους αλλά πρέπει να μιλάτε όμορφα ο ένας στον άλλο και να μοιράζεστε τα πράγματα.

Την επόμενη μέρα στο σχολείο έτσι έγινε. Ο Άγγελος πήγε και είπε στον Αντρέα ότι δεν ήθελε να του πάρει τους φίλους και ότι λυπάται που έμεινε μόνος. Του είπε όμως ότι αν συνεχίσει αυτή την συμπεριφορά τότε σίγουρα θα μείνει μόνος του κάποια στιγμή. Αν όμως μετάνιωσε, τότε θα μπορούσε να πάει να παίξει μαζί τους. Ο Αντρέας πήγε. Και μάλιστα ζήτησε συγγνώμη από όλα τα παιδιά που είχε κοροϊδέψει και είχε ενοχλήσει στο παρελθόν.

Και έτσι τα όνειρα του Άγγελου έγιναν πραγματικότητα, είχε φίλους, και μπορούσε να κάνει κούνια κάθε μέρα. Και είχε δίπλα του και την καλύτερη φίλη από όλες, την Σόφη. Μα ο Άγγελος δεν σταμάτησε να ονειρεύεται, τώρα είχε άλλα όνειρα! Ποια να ήταν αυτά άραγε...;

 

ΤΕΛΟΣ

Κείμενο: Έλσα Ογκρένι
Εικόνες: www.paidika-paramythia.gr

Δώσε αστέρια στο παραμύθι: 
Μέσος όρος: 4.8 (Ψήφοι: 112)
Πληροφορίες
Βασικές πληροφορίες για το παραμύθι/ιστορία
Συγγραφέας παραμυθιού: 
Ετος πρώτης δημοσίευσης: 
Προέλευση (περιοχή) : 
Κατηγορία παραμυθιού: 

Ψάχνετε καλές συνταγές;