Η Αγάπη Ενός Σκύλου, ένα παραμύθι της Κάτιας Σταύρου
Η Αγάπη Ενός Σκύλου, ένα παραμύθι της Κάτιας Σταύρου

Η Αγάπη Ενός Σκύλου   

Σε ένα μικρό, φτωχικό χωριό ζούσε μια οικογένεια χωρικών. Το σπίτι τους μπορεί να ήταν μικρό και παλιό, είχε όμως πάντοτε μια ζεστασιά που προερχόταν από την αγάπη της οικογένειας. Τα αδέρφια ήταν τόσο αγαπημένα κι όλοι στο χωριό ζήλευαν την σχέση τους. Οι γονείς τους, ο Κώστας και η Δήμητρα, έκαναν ό,τι περνούσε από τα χέρια τους για να καταφέρουν να μεγαλώσουν με αξιοπρέπεια και αγάπη τα δύο τους παιδιά, την Ελπίδα και την Αγάπη. Δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, στερούνταν οι ίδιοι τα πάντα ώστε να προσφέρουν στα παιδιά τους τα απαραίτητα.

Η Ελπίδα ήταν ακόμα μικρή και δεν πήγαινε σχολείο κι η Αγάπη ήταν στο δημοτικό. Κάθε απόγευμα, όταν η Αγάπη τελείωνε τα μαθήματα της, έπαιρνε την αδερφή της και πήγαιναν βόλτα στο χωριό για να ταΐσουν όλα τα ζωντανά της γειτονιάς. Γατάκια, σκυλάκια, ακόμη και τα ψαράκια στη στέρνα, φρόντιζαν να έχουν πάντα φαγητό γιατί όπως έλεγε η μαμά τους "Τα ζωάκια αξίζουν περισσότερα από ό,τι εμείς."  

Ένα μεσημέρι, η Αγάπη, γυρνώντας από το σχολείο, άκουσε μέσα από τα χορτάρια το κλάμα ενός κουταβιού. Δίχως να το σκεφτεί πολύ, πήδησε ανάμεσα στα χορτάρια κι άρχισε να ψάχνει το μικρό κουταβάκι που ζητούσε βοήθεια. Ξαφνικά, αντίκρισε ένα μικρό, χνουδωτό καφετί σκυλάκι, τόσο μικροσκοπικό που ακόμη κι η χούφτα της ήταν μεγαλύτερη απ' αυτό. Τα μάτια της έλαμψαν καθώς το σήκωσε με προσοχή και το κράτησε στην αγκαλιά της. Εκείνο ένιωσε την ασφάλεια και την θαλπωρή της Αγάπης και το κλάμα του σταμάτησε κατευθείαν. Την κοιτούσε σα να μην είχε ξαναδεί άνθρωπο κι εκείνη το χάζευε σα να μην έχει ξαναδεί σκύλο. Το κράταγε στην αγκαλιά της ώρες ατελείωτες, μέχρι που κατάλαβε πως άρχισε να νυχτώνει κι έπρεπε να  γυρίσει σπίτι. Χωρίς να το πολύ σκεφτεί, πήρε μαζί της και το κουταβάκι για να το δείξει στην οικογένειά της και να τους παρακαλέσει να το κρατήσουν. Φτάνοντας στο σπίτι, όλοι την κοίταξαν απορημένοι, εκτός από την μικρή της αδερφή που έτρεξε κοντά της για να δει το νέο μέλος της οικογένειας.

- Τι είναι αυτό, Αγάπη; ρώτησε η μαμά της, ξέροντας ήδη σε τι μπελάδες θα έμπαινε.

- Μαμά, δες! Ένα μικρό κουταβάκι! Το βρήκα στο χωράφι μόνο του να κλαίει και αποφάσισα να το φέρω εδώ και να το κρατήσουμε! είπε όλο χαρά η Αγάπη.

- Κοριτσάκι μου, ξέρεις πως αυτό που λες δεν γίνεται. Δεν μπορούμε να δώσουμε τίποτα σε αυτό το ζωάκι εκτός από το ελάχιστο φαγητό που μας περισσεύει, είπε ο πατέρας των κοριτσιών που όσο κι αν δεν ήθελε να τα στεναχωρήσει, ήξερε πως δεν μπορούσε να τους κάνει το χατίρι.

- Όχι, μπαμπά! Θα το προσέχω εγώ. Θα του βρίσκω φαγητό στα σκουπίδια, αν είναι ανάγκη. Θα το αγαπάω και για τους τέσσερις μαζί, θα το πλένω, θα το καθαρίζω και θα ζήσουμε όλοι μαζί ευτυχισμένοι.

- Αγάπη, άκου τον πατέρα σου μια φορά. Σου είπαμε πως δεν γίνεται να το κρατήσουμε. Είναι μια ζωή, είναι σα να έχουμε κι άλλο ένα παιδί. Και δεν μπορούμε να αντέξουμε τέτοιο βάρος.

- Καλά. Εγώ θα κάνω αυτό που θέλω κι ας λέτε ό,τι θέλετε εσείς! πείσμωσε κι έφυγε μαζί με το σκυλάκι.

Οι γονείς της έμειναν να την κοιτάζουν στεναχωρημένοι.

- Τι θα κάνουμε Κώστα;

- Τίποτα δε θα κάνουμε. Θα το κρατήσει για λίγες μέρες στην αυλή, θα δει ότι δεν μπορούμε ούτε φαγητό να του προσφέρουμε και θα το αφήσει στην ησυχία του. Σκυλί είναι, θα μάθει να επιβιώνει. Θα ζει απ' τα σκουπίδια. Λες και δεν έχουμε αλλά κοπρόσκυλα στο χωριό.

- Δεν είναι κοπρόσκυλο αυτό. Είναι σκυλί ράτσας, δεν το βλέπεις; Η σκύλα κάποιου θα γέννησε και το πέταξε στο χωράφι.

- Είτε είναι ράτσα, είτε όχι εμείς λεφτά για την συντήρηση του δεν έχουμε.

- Εμείς μάθαμε στα παιδιά μας, να αγαπάνε και να φροντίζουν όλα τα ζώα και τώρα τους το παίρνουμε πίσω;

- Και τι θες να κάνουμε, λοιπόν; Δώσε μου  μια λύση! Πες μου! Δεν έχουμε λεφτά, Δήμητρα! Είμαστε φτωχοί! είπε νευριασμένος ο πατέρας κι έφυγε.

Στο μεταξύ, η μικρή Αγάπη έφερνε βόλτες με  το νέο της σκυλάκι στο χωριό και το έδειχνε στις φίλες της. Άλλες ενθουσιάστηκαν, άλλες ζήλεψαν κι άλλες της είπαν συγχαρητήρια για την αξιέπαινη πράξη της.

Η Αγάπη ήταν αποφασισμένη να κρατήσει το μικρό κουταβάκι, το ονόμασε Μόλλυ και του αγόρασε με τα τελευταία της χρήματα απ' το χαρτζιλίκι της γιαγιάς της ένα όμορφο κόκκινο περιλαίμιο για να ξεχωρίζει. Καθώς επέστρεφε σπίτι της πέρασε από το μπακάλικο για να αγοράσει τυρί. Ο μπακάλης κοίταξε το σκύλο απορημένος κι άρχισε τις ερωτήσεις.

- Δε μου λες μικρή, από πού το πήρες τούτο το σκυλί;

- Δεν το αγόρασα, κύριε Ανέστη. Το βρήκα στα χωράφια.

- Τι λες καλέ; Από πότε οι άνθρωποι πετάνε σκυλιά ράτσας στα χωράφια; Χαζοί είναι;

- Δεν ξέρω αν είναι ράτσας και δε με νοιάζει κιόλας. Εγώ θα το αγαπώ όπως και να 'χει! Άλλωστε για αυτό το πήρα.

- Το πήρες; Δηλαδή θα το κρατήσεις;

- Φυσικά! Του έσωσα τη ζωή, δεν ξέρω αν θα  κατάφερνε να επιβιώσει μόνο του.

- Μα κορίτσι μου, εσείς δεν έχετε λεφτά. Πώς θα το κρατήσετε; Γιατί δεν το πουλάς και με τα λεφτά που θα πάρεις να αγοράσεις ρούχα και παπούτσια για το Πάσχα;

- Να το πουλήσω ; Τι είναι; Παιχνίδι; Οι άνθρωποι που πουλάνε τα σκυλιά τους για να αποκτήσουν χρήματα είναι απατεώνες και αξιολύπητοι. Πώς θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο σε ένα τόσο γλυκό πλασματάκι;

- Τι να σου πω, μικρή… Εγώ το είπα για να σε βοηθήσω.

Νευριασμένη η μικρή έφυγε από το  μπακάλικο χωρίς καν να πάρει το κομμάτι φέτα που της είχε ζητήσει η μητέρα της. Γύρισε στο σπίτι με τη μικρή Μόλλυ και η πρώτη της δουλειά ήταν να της βάλει νερό και φαγητό. Ύστερα την πήρε και κοιμήθηκαν αγκαλιά στην κουνιστή καρέκλα του παππού της.

Το επόμενο πρωί που ξύπνησε, για μια στιγμή τρόμαξε ότι είχε αργήσει στο σχολείο, όμως κατάλαβε πως ήταν Σάββατο και δεν είχε σκοτούρες. Πήρε το σκυλάκι της και την αδερφή της και κατέβηκαν στην παιδική χαρά. Την πλησίασε μια μεσήλικη γυναίκα και της είπε:

- Να σου πω εσένα, μικρή μου. Τι ράτσα είναι το σκυλάκι σου; Θέλεις όταν μεγαλώσει λίγο να τα ζευγαρώσουμε και να μοιραστούμε τα λεφτά;

- Δεν ξέρω τι ράτσα είναι και δεν με νοιάζει! Πόσες φορές θα το πω!; Τα σκυλάκια είναι ζωντανές ψυχές. Δεν είναι ρούχα για να τα βγάζουμε στο εμπόριο. Τι άνθρωποι είστε εσείς;

- Πω πω πω! Καλά ντε! Εγώ μια ιδέα είπα κι έπεσες πάνω μου να με φας! Τόσο χαζοί που είστε, ανόητοι χωριάτες, αναρωτιέστε γιατί δεν έχετε λεφτά να ζήσετε!

- Καλύτερα να μην έχουμε λεφτά παρά να πουλάμε αθώες ψυχές λες και είναι άψυχα αντικείμενα της απάντησε η Αγάπη κι εκείνη το 'βαλε στα πόδια.

Οι μέρες περνούσαν και το σκυλάκι  μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Οι γονείς των κοριτσιών είχαν δεθεί μαζί του κι έβλεπαν πως οι κόρες τους δεν θα το άφηναν ποτέ να φύγει. Είχε φέρει τόση χαρά στην οικογένεια και μόνο ένα γαύγισμα του αρκούσε για να τους κάνει όλους να ξεκαρδιστούν. Έτσι, αποφάσισαν όλοι μαζί να το κρατήσουν αφού τους το έφερε η μοίρα και να του παρέχουν όσα περισσότερα μπορούν για να έχει κι εκείνο μια ζωή όμορφη, όπως του αξίζει.

 

Ηθικό δίδαγμα: Τα ζώα δεν είναι άψυχα αντικείμενα. Δεν είναι σωστό να τα εκμεταλλευόμαστε για να μας επιφέρουν χρήματα. Τα ζώα αποζητούν μόνο αγάπη και φροντίδα κι όλα τα άλλα μας τα χαρίζουν απλόχερα από μόνα τους! Αγαπάμε τα ζώα και τους παρέχουμε την ζωή που τους αξίζει! Βοηθάμε τα αδέσποτα με ό,τι μπορούμε όσο μικρό κι αν είναι αυτό.

ΤΕΛΟΣ

Κείμενο: Κάτια Σταύρου

Εικονογράφηση: www.paidika-paramythia.gr

Δώσε αστέρια στο παραμύθι: 
Μέσος όρος: 4.6 (Ψήφοι: 56)
Πληροφορίες
Βασικές πληροφορίες για το παραμύθι/ιστορία
Συγγραφέας παραμυθιού: 
Ετος πρώτης δημοσίευσης: 
Προέλευση (περιοχή) : 
Κατηγορία παραμυθιού: 

Ψάχνετε καλές συνταγές;