Παραμύθι: Η Νεράιδα Χρυσαλένα και η Μαγική Σπηλιά, της Κάτιας Σταύρου
Παραμύθι: Η Νεράιδα Χρυσαλένα και η Μαγική Σπηλιά, της Κάτιας Σταύρου

Η Νεράιδα Χρυσαλένα και η Μαγική Σπηλιά

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν όλες οι νεράιδες μαζί σε ένα λιβάδι που ξεκινούσε από την κορυφή ενός πανύψηλου βουνού και τελείωνε στους πρόποδες του. Στο ψηλότερο σημείο ήταν το βασίλειο των νεράιδων, το κάστρο της Χρυσόσκονης, όπου έμενε η βασίλισσα Χρυσηίδα μαζί με την κόρη της. Η βασίλισσα ήταν η γηραιότερη νεράιδα του λιβαδιού και ζούσε πάνω από 300 χρόνια σε εκείνο το μαγικό μέρος. Δεν είχε άντρα και κανένας ποτέ δεν είχε μάθει ποιος ήταν ο πατέρας της κόρης της, της πριγκίπισσας Χρυσαλένας.

Μια μέρα η χρυσόσκονη στο κάστρο άρχισε να λιγοστεύει και σιγά σιγά το φως της να σβήνει. Τότε, όλοι κατάλαβαν πως η βασίλισσα τους, η πιο αγαπητή από όλες τις νεράιδες, θα ανέβαινε στον ουρανό και θα γινόταν άστρο. Η θητεία της θα είχε πια τελειώσει.

Οι νεράιδες μαζεύτηκαν γύρω από το κάστρο κι άρχισαν να μοιρολογούν και να κλαίνε. Τα δάκρυα τους έπεφταν βαριά στη γη, γίνονταν μικρά κι αστραφτερά διαμαντάκια και χάνονταν στο πυκνό χορτάρι. Ξαφνικά, η χρυσόσκονη του κάστρου άρχισε ξανά να πέφτει γύρω του και το φως της απλώθηκε γύρω από το παλάτι. Εμφανίστηκε στον κήπο η νεράιδα Χρυσαλένα και με κρυσταλλένια δάκρυα ζήτησε από τις υπόλοιπες νεράιδες να σταματήσουν να μοιρολογούν και να την ακούσουν.

- «Ξέρω καλά πως είχατε βαθιά αγάπη και εμπιστοσύνη στη μητέρα μου. Ξέρω πως ήταν η προστάτιδα σας, η καλύτερη σας φίλη, η μητέρα σας. Όμως, αφήστε κατά μέρος τα διαμαντένια δάκρυα σας, ανοίξτε τα πανέμορφα, γεμάτα χρυσόσκονη φτερά σας και συνεχίστε κανονικά το έργο σας. Μη θρηνείτε άλλο. Είμαι εγώ εδώ για σας.»

Οι νεράιδες, πράγματι, σταμάτησαν να θρηνούν κι ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στα λαμπερά πρόσωπά τους. Επέστρεψαν όλες στις δουλειές τους και η νέα βασίλισσα τους δεν άφησε λεπτό ανεκμετάλλευτο, ξεκινώντας κατευθείαν από τους νέους κανόνες της χώρας. Ένας σκίουρος ντελάλης περιφερόταν με σβελτάδα στο λιβάδι, φωνάζοντας:

«Αγαπητές νεράιδες! Από εδώ και στο εξής καθεμιά θα αναλάβει διαφορετική δουλειά! Δε θα υπάρχουν κακές νεράιδες! Όλες θα πολεμάτε το κακό και θα μοχθήσετε για το καλό! Οποία δε συμμορφωθεί με τους κανόνες θα χάνει αυτόματα τα φτερά της. »

Ο σκίουρος έλεγε τους νέους κανόνες

Οι νέοι κανόνες έφεραν αντιδράσεις και κάποιες νεράιδες δυσαρεστήθηκαν και σταμάτησαν μεμιάς τη δουλειά τους. Όταν το κατάλαβε αυτό η βασίλισσα Χρυσαλένα, έφυγε αμέσως από το κάστρο της Χρυσόσκονης και πήγε να τις συναντήσει.

Στον δρόμο της σταμάτησε σε μια μικρή σπηλιά, που φαινόταν εγκαταλελειμμένη και σκέφτηκε πως θα ήταν ωραίο μέρος για να θάψει τη μητέρα της. Μπήκε μέσα, έλεγξε τον χώρο, μέτρησε τις διαστάσεις και θεώρησε πως είναι ιδανική. Όμως, τα τοιχώματα ήθελαν κάποιες μικρές επισκευές. Άγγιξε το πέτρινο τοίχωμα της σπηλιάς και διαπίστωσε πως ήταν έτοιμο να πέσει. Τότε είδε μέσα από τις πέτρες να αναβλύζει υγρή χρυσόσκονη με ένα πανέμορφο, σπάνιο μπλε χρώμα. Οι πέτρες έπεφταν μια μια στο έδαφος και άνοιξε μια τεράστια τρύπα στο τοίχωμα της σπηλιάς. Ένα δυνατό φως διαπέρασε τα βαριά, γαλαζοπράσινα φτερά της Χρυσαλένας κι εκείνη είχε μείνει να κοιτάζει έκπληκτη το τρομακτικό και συνάμα εντυπωσιακό θέαμα. Οι σκέψεις της μπερδεύτηκαν, δεν ήξερε πώς να τις οργανώσει, δεν μπορούσε να αποφασίσει αν θα έμπαινε τρέχοντας μέσα στη φωτεινή πύλη ή αν θα αδιαφορούσε για αυτό που μόλις συνέβη μπροστά στα μάτια της. Η καρδιά της έλεγε να διασχίσει το μονοπάτι που εμφανίστηκε στον δρόμο της κι η λογική της έλεγε πως είναι επικίνδυνο για μια νέα νεράιδα να τολμήσει κάτι τέτοιο. Όμως επειδή οι νεράιδες ακούνε πάντοτε την καρδιά τους, νίκησε η πρώτη της σκέψη. Δεν έχασε λοιπόν, χρόνο και χώθηκε μέσα στην πύλη.

Ζαλίστηκε. Τα βλέφαρα της βάρυναν. Έπεσε στο έδαφος. Όταν άνοιξε πάλι τα μάτια της βρισκόταν σχεδόν αναίσθητη στη μέση ενός οδοστρώματος. Γύρω τις έτρεχαν αυτοκίνητα, αδέσποτα ζώα, και το πιο περίεργο απ' όλα. Άνθρωποι! Δεν πίστευε στα μάτια της. Σηκώθηκε απότομα και προχώρησε ευθεία όμως στάθηκε ακίνητη όταν συνειδητοποίησε πως απουσίαζαν τα πολύτιμα φτερά της. Συνέχισε έπειτα το δρόμο της και ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπάει στην πλάτη. Γύρισε το βλέμμα της και είδε έναν άντρα σχεδόν γυμνό, χωρίς ρούχα, βρώμικο, με λερωμένα χέρια να την κοιτάζει τόσο έντονα στα μάτια λες και έβλεπε την ψυχή της.

- Σε παρακαλώ, δώσε μου κάτι να φάω, της είπε με τρεμάμενη φωνή έτοιμος να κλάψει

- Δεν έχω, καλέ μου άνθρωπε. Άσε με, σε παρακαλώ, απάντησε κοφτά η νεράιδα Χρυσαλένα που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να δώσει σημασία σε τίποτε άλλο πέρα από το τρελή κατάσταση στην οποία βρισκόταν

- Σε παρακαλώ, κορίτσι μου. Δεν έχω να φάω, πεινάω, διψάω, είμαι άρρωστος και δεν έχω σπίτι. Βοήθησέ με, αν με αφήσεις θα πεθάνω, συνέχισε να την παρακαλά ο άστεγος άντρας

- Θεέ μου, εντάξει! Είπε και με τη δύναμη της σκέψης της εμφάνισε μεμιάς μπροστά του ένα τεράστιο κιβώτιο που το περιεχόμενο του θα τον άφηνε έκπληκτο. Μέσα είχε όλα τα καλά. Τρόφιμα κάθε λογής και ρούχα τόσα πολλά που δεν θα ήξερε τι να πρώτο βάλει.

Ο άστεγος την κοίταξε παραξενεμένος και έπεσε στα γόνατα:

- Δεν ξέρω πως το έκανες αλλά ούτε με νοιάζει. Είσαι καλός άνθρωπος, κοπέλα μου. Σε ευχαριστώ! της είπε και μέχρι να του απαντήσει είχε πάρει το κουτί κι είχε χαθεί απ' τα μάτια της

Κάνοντας ένα ακόμα βήμα, η Χρυσαλένα βρέθηκε και πάλι στο μαγικό λιβάδι. Πάλι μέσα στη σπηλιά. Αλλά αυτή τη φορά όχι μόνη της. Ήταν μαζί με έναν άντρα που την κοιτούσε χαμογελώντας. Ήταν κι αυτός νεράιδα. Ή μάλλον νεράιδος! Είχε πυκνά μπλε σκούρα φτερά με χρυσόσκονη και φαινόταν πολύ γέρος. Της θύμιζε έντονα κάποιον.

- Χρυσαλένα, χαίρομαι που σε γνωρίζω. Με θυμάσαι; τη ρώτησε

Η Χρυσαλενα πια κατάλαβε πως ο άνθρωπος-νεράιδα μπροστά της ήταν ο άγνωστος που βοήθησε λίγα λεπτά πριν. Σάστισε.

- Εσύ είσαι ο...ο άστεγος! Μα πώς;

- Είμαι ο άστεγος αλλά και δεν είμαι. Έκανα τον άστεγο. Δεν είμαι στην πραγματικότητα. Είμαι ο πατέρας σου, Χρυσαλένα.

Δεν πίστευε στα αυτιά της! Είχε μπροστά της τον πραγματικό της πατέρα. Εκείνον που είχε παραστήσει για λίγο έναν άστεγο άντρα.

- Γιατί το έκανες αυτό;

- Δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψω να γίνεις βασίλισσα αν δε διαπίστωνα ότι έχεις καλή καρδιά. Η μητέρα σου σου δίδαξε να βοηθάς όλους τους ανθρώπους όσο μπορείς. Όπως σε όλες τις νεράιδες.

- Υπάρχουν και κακές, όμως.

- Όπως και κακοί άνθρωποι. Αυτό δε σημαίνει ότι εμείς πρέπει να ακολουθούμε τα βήματα τους. Να βοηθάς πάντοτε, κορίτσι μου. Οποιονδήποτε ζητήσει τη βοήθεια σου. Να δίνεις χωρίς να περιμένεις ανταλλάγματα. Αυτό να διδάξεις στα παιδιά σου, αυτό να μάθεις στις νεράιδες και αυτό να έχεις πάντοτε στην καρδιά σου σα συμβουλή από μένα.

Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια πριν εξαφανιστεί από μπροστά της ακριβώς όπως ο άστεγος. Και τότε η Χρυσαλένα κατάλαβε πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη-νεραιδίσια αλληλεγγύη. Πόσο σημαντική είναι η βοήθεια μεταξύ μας. Πόσο σημαντικό είναι να δίνεις. Πόσο σημαντικό είναι να αγαπάς. Πόσο σημαντικό είναι να τα διδάξει όλα αυτά. Εκείνη τη μέρα η Χρυσαλένα έγινε η καλύτερη βασίλισσα που είχε περάσει ποτέ από τη νεραιδοχωρα. Γιατί πολύ απλά, ήταν καλή και αγνή. Ήταν αληθινή και δοτική. Όπως θα έπρεπε να είμαστε όλοι...

ΤΕΛΟΣ

Κείμενο: Κάτια Σταύρου

Εικονογράφηση: www.paidika-paramythia.gr

Δώσε αστέρια στο παραμύθι: 
Μέσος όρος: 4.6 (Ψήφοι: 39)
Πληροφορίες
Βασικές πληροφορίες για το παραμύθι/ιστορία
Συγγραφέας παραμυθιού: 
Ετος πρώτης δημοσίευσης: 
Προέλευση (περιοχή) : 
Κατηγορία παραμυθιού: 

Ψάχνετε καλές συνταγές;