Η Φωνούλα

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα βασίλειο που ήταν χτισμένο πάνω σε ένα μικρό νησί μακριά στην απέραντη θάλασσα ζούσε μια όμορφη πριγκίπισσα.

Στο βασίλειο εκείνο υπήρχαν τσακωμοί και φασαρίες. Όλοι οι κάτοικοι είχαν μεγάλα χαρίσματα. Άλλοι έτρεχαν πολύ γρήγορα. Τόσο γρήγορα που μπορούσαν να πάρουν φόρα και να πηδήξουν από το ένα νησί στο άλλο. Όπως κάνουν τα μεγάλα πουλιά. Κάποιοι άλλοι μιλούσαν πολύ δυνατά. Η φωνή τους ακουγόταν ως την άλλη μεριά του κόσμου. Κάποιοι μπορούσαν να σηκώσουν με ευκολία μεγάλες πέτρες. Με το ένα χέρι τους κρατούσαν ένα μεγάλο βράχο σαν να κρατούσαν ένα σύννεφο. Και άλλοι μπορούσαν να πείθουν με τα όμορφα λόγια τους. Έλεγαν ψέματα αλλά στο πρόσωπο και τα μάτια τους δεν υπήρχε ίχνος ντροπής.

Η μικρή πριγκίπισσα με τα όμορφα κατσαρά κόκκινα μαλλιά και το λευκό δέρμα γεννήθηκε με πολλά χαρίσματα. Ένα χάρισμα που είχε ήταν ότι μιλούσε ευγενικά. Πάντα έλεγε ευχαριστώ και παρακαλώ. Επίσης, ήταν καλοσυνάτη συνέχεια. Ακόμα και όταν ήταν άρρωστη ποτέ δε νευρίαζε και δε μιλούσε άσχημα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Είχε και το χάρισμα να λέει πάντα την αλήθεια. Όσο και αν αυτό στενοχωρούσε μερικούς. Και το τελευταίο χάρισμά της ήταν ότι έγραφε και ζωγράφιζε πολύ ωραία. Όμως στο βασίλειο αυτό όπως και στα άλλα βασίλεια που βρίσκονταν πάνω στα νησιά είχαν επικρατήσει μόνο οι κάτοικοι που είχαν τα χαρίσματα της δύναμης στα χέρια και στα λόγια.

Έτσι όταν η ευγενική πριγκίπισσα μεγάλωσε κατάλαβε ότι η δύναμη είχε κάνει τους ανθρώπους κακούς και πλεονέκτες. Πολεμούσαν και μάλωναν συνέχεια μεταξύ τους. Πολεμούσαν με τους κατοίκους των άλλων νησιών. Δεν υπήρχε ηρεμία πουθενά. Παντού δυνατές φωνές και βία. Τότε η πριγκίπισσα σταμάτησε να μιλάει. Σταμάτησε και να γελάει. Σταμάτησε και να ζωγραφίζει. Απλά καθόταν και κοιτούσε όσα γίνονταν γύρω της. Μονάχα όταν κάποιος της πρόσφερε κάτι έβγαζε μια μικρή φωνή, σχεδόν σαν …φωωνν! για να τον ευχαριστήσει. Με αυτή τη φωνούλα έλεγε ευχαριστώ. Και έτσι όλοι τη φώναζαν Φωνούλα.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα έφεραν τους καλύτερους γιατρούς για να τη γιατρέψουν. Και για να τους πουν γιατί δε μιλούσε η πριγκίπισσα. Και όλοι οι γιατροί συμφώνησαν στο ίδιο συμπέρασμα: κάποιοι είχαν κάνει μάγια στην πριγκίπισσα. Κανείς δεν μπορούσε να λύσει τα μάγια παρά μόνο η ίδια. Η πριγκίπισσα θα γινόταν καλά μόνο με τη θέλησή της. Όταν αποφάσιζε η ίδια να βρει τη δύναμή της τότε θα άλλαζε. Και θα έβρισκε τη φωνή της. Αυτά τους είπαν οι γιατροί.

Από τότε όλοι προσπαθούσαν να κάνουν τη Φωνούλα να μιλήσει αλλά κανείς δεν κατάφερε τίποτε. Κανένας δάσκαλος δεν την έκανε να μιλήσει. Ούτε οι γονείς της που της έταζαν βασίλεια. Έτσι κάποια στιγμή σταμάτησαν όλοι να ασχολούνται με τη Φωνούλα. Αφού δε μιλούσε εκείνη, σταμάτησαν όλοι να της μιλούν. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για το πως αισθάνεται ή για το τι θέλει. Και αφού δεν είχε κανένα χάρισμα που θα μπορούσε να βοηθήσει το βασίλειο να νικήσει τους εχθρούς του δεν την ήθελαν κοντά τους. Έτσι μια μέρα την πέταξαν στη θάλασσα. Αυτό έκαναν σε όλα τα βασίλεια με τα παιδιά που δεν είχαν δύναμη.

Ένα τεράστιο όστρακο με ένα λαμπρό μαργαριτάρι μέσα του, όμως, έσωσε τη μαγεμένη πριγκίπισσα. Όλα τα όστρακα της θάλασσας είχαν την αποστολή να σώζουν τα παιδιά που τα πετούσαν στη θάλασσα. Τα πήγαιναν σε ένα μακρινό νησί. Ταξίδεψε μια ολόκληρη μέρα μέσα στο όστρακο. Το όστρακο της μιλούσε με λόγια ευγενικά και καθησυχαστικά. Όταν το όστρακο την άφησε στα βράχια η Φωνούλα είδε ένα αγόρι με ξανθά μαλλιά που καθόταν στην άκρη. Η Φωνούλα πήγε δειλά- δειλά και κάθισε δίπλα του. Το αγόρι της είπε:

- Έλα πιο κοντά μου.

Η Φωνούλα πλησίασε διστακτικά. Εκείνος άπλωσε τα χέρια του και χάιδεψε τα μαλλιά, το πρόσωπο και τα χέρια της.

- Είσαι πολύ όμορφη, της είπε.

Η Φωνούλα κατάλαβε ότι το αγόρι δεν έβλεπε.

- Είμαι ο πρίγκιπας Ματίας. Θέλεις να σου πω ένα τραγούδι; Τη ρώτησε.

Όμως η πριγκίπισσα Φωνούλα δεν μπορούσε να απαντήσει.

Ο πρίγκιπας Ματίας άρχισε να τραγουδάει ένα πολύ όμορφο τραγούδι και η φωνή του ήταν τόσο όμορφη που όλα τα όστρακα πλησίασαν για να τον ακούσουν. Ήταν πολύ χαρούμενα γιατί πρώτη φορά άκουγαν τον πρίγκιπα να τραγουδάει. Στο τέλος είπε στην πριγκίπισσα :

- Δε στεναχωριέμαι που δε μου μιλάς. Καταλαβαίνω ότι κάποιο λόγο θα έχεις. Έχω πολύ υπομονή και θα είμαι μαζί σου μέχρι να αποφασίσεις να μου μιλήσεις.

Της είπε ότι είχε πάρα πολύ καιρό να τραγουδήσει γιατί ήταν μόνος του. Δεν είχε παρέα και έτσι δεν ήθελε να τραγουδάει.

Πέρασε αρκετός καιρός και πάντα ο πρίγκιπας Ματίας και η πριγκίπισσα Φωνούλα ήταν μαζί. Εκείνος τραγουδούσε και εκείνη ζωγράφιζε.

Η πριγκίπισσα ήθελε ξανά να ζωγραφίζει. Ζωγράφιζε την ήρεμη γαλάζια θάλασσα και τον λαμπερό ήλιο που έβλεπε μπροστά της. Το όμορφο αγόρι ακουμπούσε το χέρι του πάνω στο δικό της και ένιωθε όλες τις ζωγραφιές που έκανε η Φωνούλα. Η πριγκίπισσα ήταν χαρούμενη που ο πρίγκιπας έβλεπε τη θάλασσα και τον ήλιο μέσα από το χέρι της.

Η πριγκίπισσα ήταν χαρούμενη που ο πρίγκιπας έβλεπε τη θάλασσα και τον ήλιο μέσα από το χέρι της.

- Ζωγραφίζεις πολύ όμορφα, της έλεγε.

- Φωων! Απαντούσε εκείνη.

Μια μέρα ο πρίγκιπας Ματίας είχε σταθεί στην άκρη του τεράστιου βράχου. Δεν έβλεπε και έτσι δεν κατάλαβε πόσο πολύ κινδύνευε. Η πριγκίπισσα Φωνούλα τον είδε αλλά δεν μπορούσε να του μιλήσει. Έτρεξε κοντά του αναστατωμένη. Τον έπιασε σφιχτά από τα χέρια. Ο πρίγκιπας παραπάτησε. Παραπάτησε και η Φωνούλα μαζί του. Αλλά η πριγκίπισσα δεν τον άφησε. Κρατήθηκαν γερά ο ένας από τον άλλο. Εκείνη ήταν μια μαγική στιγμή.

Τα χέρια τους ενώθηκαν με αγάπη. Τα μάγια μεμιάς λύθηκαν. Ο πρίγκιπας Ματίας έβλεπε πια ολοκάθαρα. Και η πριγκίπισσα Φωνούλα ξαναβρήκε τη φωνή της. Προσγειώθηκαν ομαλά στα όστρακα που ήταν ακριβώς κάτω από τον γκρεμό. Τα όστρακα είχαν φοβηθεί για λίγο όταν είδαν ότι ο πρίγκιπας Ματίας και η πριγκίπισσα Φωνούλα κινδύνευαν. Και έτρεξαν γρήγορα, άνοιξαν και τους περίμεναν να πέσουν μέσα. Η δύναμή τους τους μεταμόρφωσε σε δυνατούς, πανέμορφους ανθρώπους. Τα μαλλιά τους ήταν λαμπερά σαν αστέρια, τα μάτια τους φωτεινά σαν διαμάντια και οι φωνές τους καθαρές σαν γάργαρο νερό.

Όλο το νησί που ήταν και αυτό μαγεμένο άλλαξε μορφή. Γέμισε πλούσια δέντρα, ποτάμια και λίμνες. Και όλοι οι κάτοικοι γιατρεύτηκαν και όλα τα χαρίσματά τους έγιναν ισχυρά. Η καλοσύνη, η αγάπη, η ευγένεια και η υπομονή βασίλευε σε εκείνο το μακρινό βασίλειο. Ο πρίγκιπας Ματίας και η πριγκίπισσα παντρεύτηκαν και η δύναμη της αγάπης που έλυσε τα μάγια μαθεύτηκε σε όλα τα βασίλεια του κόσμου. Τραγούδια ακούγονταν μέχρι τα άλλα βασίλεια που σταμάτησαν τους πολέμους και έζησαν ειρηνικά χωρίς τσακωμούς.

ΤΕΛΟΣ

Κείμενο: © Φεβρουάριος 2021, Κυριακή Περδικάρη
Εικόνες: www.paidika-paramythia.gr

Λίγα λόγια από την Κυριακή Περδικάρη:

Είμαι Διαμεσολαβήτρια- Πολιτισμολόγος και Κατηχήτρια και η η συμμετοχή μου στον  Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2020-2021, διοργάνωσης «Εκδόσεις Ηλιαχτίδα» με τον τίτλο «Η φωνούλα», απέσπασε το 2ο ΒΡΑΒΕΙΟ  στην κατηγορία «Παιδικό Παραμύθι». Είναι το πρώτο παραμύθι που έγραψα.

Πληροφορίες
Κατηγορία παραμυθιού
Ετος πρώτης δημοσίευσης
Συγγραφέας παραμυθιού
Προέλευση (περιοχή)
Δώσε αστέρια
Average: 4.8 (21 votes)