Παραμύθι του παππού Δημήτρη: Ο Γάιδαρος

Γειά σας παιδιά, μικρά και μεγάλα! Είμαι ο Γάιδαρος, έχω αποφασίσει να σας διηγηθώ την Ιστορία μου.

Με ονομάζουν Όνο στην αρχαία ελληνική, Γάιδαρο στην νέα ελληνική γλώσσα και Γομάρι στην δημοτική. Γαϊδούρι – ή Γαϊδούρα - την αρραβωνιαστικιά μου που δεν θέλει να γίνει γυναίκα μου. Γιατί το αφεντικό μου ο άνθρωπος την τριγυρνάει και σε άλλους γαμπρούς.

Ο ξάδερφος μου παντρεύτηκε μια φοράδα, δηλαδή ένα θηλυκό άλογο. Το παιδί τους μοιάζει και γάιδαρος και άλογο. Για να μην μπερδεύονται πώς να ονομάζουν το παιδί, το λένε Μουλάρι. Το μουλάρι είναι πεισματάρικο ζώο, γιατί μέσα του μαλώνουν ποιος θα νικήσει, ο γάιδαρος πατέρας ή το άλογο μητέρα του. Αλλά ας αφήσω ήσυχο το μουλάρι, μην μου χαλάσει την ιστορία μου.

Λοιπόν μου έρχεται να γελάσω… Σήμερα με έδιωξε το αφεντικό μου γιατί μου είπε ότι γέρασα και δεν μπορώ να κουβαλάω φορτία. Καλά ρε αφεντικό, του είπα. Ξέχασες τόσα χρόνια που με φόρτωνες από το πρωί μέχρι το βράδι; Όλα σου τα πράγματα! Τώρα γέρασα και με διώχνεις. Χαχαχα, ρε παιδιά, είμαι χαρούμενος γιατί βρήκα την ελευθερία μου. Βόσκω στο λιβάδι, εδώ που με παράτησε, και τρώω φρέσκο χορταράκι και όχι το ξεραμένο το σανό.

Λοιπόν γεννήθηκα πριν 45 χρόνια σε ένα στάβλο όπως και ο Χριστούλης που γεννήθηκε σε στάβλο με προβατάκια και γαϊδουράκια. Εγώ φυσικά δεν είμαι χριστός, είμαι ένα ταπεινό υπομονετικό και δυνατό ζώο.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα πολύ καλά. Ίσως γιατί δεν θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια ταλαιπωρίας. Το πρώτο σαμάρι που μου έβαλαν ήταν μεταχειρισμένο από ένα γάιδαρο που ήταν αδύνατος και αρρωστιάρης. Τον πέταξαν τα αφεντικά του σε ένα σκουπιδότοπο τον καημένο. Οι άνθρωποι που κάνουν τους καλούς και τους φιλεύσπλαχνους. Εγώ, όταν μου έβαλαν το σαμάρι, άρχισα να πηδάω να τσινάω και να γκαρίζω, ζητώντας βοήθεια. Όλοι οι γάιδαροι γκάριζαν («Βρε άνθρωποι δεν ντρέπεστε να ζεύετε ένα μικρό γαϊδουράκι;» φώναζαν). Έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνουν τα γκαρίσματα μας. Οπότε, της μοίρας μου ήταν γραφτώ να μου φορούν σαμάρι, να με φορτώνουν σαν μεγάλο γαϊδούρι. Αυτά έχει η ζωή.

Ξέρεις τι μου κακοφαίνεται; Όταν οι άνθρωποι με θεωρούν αναίσθητο, χαζό και κακό ζώο. Με τρελαίνει όταν βρίζουν κάποιον άνθρωπο και τον αποκαλούν ΓΑΪΔΟΥΡΙ. Το όνομα μου το χρησιμοποιούν να προσβάλουν κάποιον! Όταν ένας άνθρωπος είναι χοντρός: «Έχεις γίνει Γομάρι». Όταν τα κορίτσια δεν ακούνε: «Είσαι γαϊδούρα, σα δεν ντρέπεσαι», λένε. «Καλά δεν καταλαβαίνεις τίποτε, παλιογάιδαρε;» λένε άλλοι.

Τι να πω … ότι με στεναχωράει… Έτσι κι αλλιώς δεν με καταλαβαίνει κανείς. Εμείς οι γάιδαροι δεν έχουμε χρόνο να λέμε τι μας ενοχλεί και τι όχι.

Λοιπόν το πρώτο αφεντικό ήταν ένας γεροντάκος αγρότης. Θα πω την αλήθεια. Θεωρώ ότι με συμπαθούσε, δεν μου φόρτωνε βαριά πράγματα. Εγώ φυσικά ήμουν μικρούλης και κουραζόμουν πολύ εύκολα. Δεν έχω παράπονο, με άφηνε να συναντώ την μάνα μου να βοσκάμε στο λιβάδι. Όταν μεγάλωσα δεν είχα την μάνα μου, οπότε όλα τα φορτία ήταν για μένα. ωΜε φόρτωνε με τσουβάλια και άλλα φορτία.

Ο γεροντάκος πούλησε το κτήμα που είχε και έτσι θέλησε να με ξεφορτωθεί, γιατί ήμουν διαρκώς μόνος στον στάβλο. Με έπαιρνε το παράπονο γιατί δεν είχα παρέα. Με ταΐζε πρωί και βραδύ, αλλά τι το θες… Τον κατάλαβα, δεν μπορούσε να με συντηρήσει και τον δικαιολογώ που με πούλησε.

Ήμουν τυχερός γιατί με αγόρασε μια οικογένεια ζωόφιλων. Είχαν μαντρί με πρόβατα. Με ήθελαν να τους πηγαίνω στα βοσκοτόπια των προβάτων και να τους γυρνάω πίσω στο σπίτι. Απ' ότι θυμάμαι ήταν τα καλύτερα μου χρόνια. Πόσα χρόνια έμεινα μαζί τους δεν θυμάμαι... Αυτό που θυμάμαι, η γυναίκα του αφεντικού με αγαπούσε πολύ. Που και που μου έδινε και κανένα φιλάκι. Πολλές φορές μου έβαζαν τα παιδάκια τους να τα κάνω βόλτες. Άκουγα τα ΝΤΕ – ΝΤΕ που φώναζαν και χαιρόμουνα. Ένοιωθα ότι προσφέρω πολλά χωρίς να κουράζομαι. Τα χρόνια στην οικογένεια του βοσκού ήταν ανέμελα χωρίς προβλήματα. Όμως πέρασαν πολύ γρήγορα και βρέθηκα χωρίς να καταλάβω στα δύσκολα.

Ο βοσκός δεν τα κατάφερε με την δουλειά του. Αναγκάστηκε να φύγει σε μια πόλη μακριά. Οπότε η μοίρα μου ήταν να με πουλήσει σε ένα ξυλοκόπο. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν κακός μαζί μου. Ήταν πολύ εργατικός και οι ανάγκες τον έκαναν να με φορτώνει ξύλα όλη μέρα. Έχω κατεβάσει σε λίγα χρόνια τα ξύλα όλου του δάσους.

Ήταν χειμώνας απ΄ότι θυμάμαι γιατί είχε πολύ χιόνι εκείνη τη μέρα. Το αφεντικό ήρθε στον στάβλο και μου φόρεσε το σαμάρι. Ήμουν σίγουρος ότι θα πηγαίναμε στο δάσος να κουβαλήσω ότι κομμένα είχαν απομείνει από την προηγούμενη μέρα. Ανεβήκαμε στο βουνό, το αφεντικό ήταν πάνω στην ράχη μου καθισμένος στο σαμάρι. Τότε σκεφτόμουν τι τραβάω που είμαι ήσυχος υπομονετικός και φυσικά δυνατός. Ποιο δυνατός από τους ανθρώπους. Ο θεός μου έδωσε δύναμη αλλά λιγότερο μυαλό. Το περίσσεμα του μυαλού μου, ίσως το πήραν μερικοί άνθρωποι που είναι δυνατοί και υπομονετικοί.

Αααα, ναι, άλλο ήθελα να πω και ξεχάστηκα. Όταν φτάσαμε κοντά στα κομμένα ξύλα, το αφεντικό με έδεσε σε ένα δέντρο και πήγε μέσα στο δάσος να δει αν έχει κι άλλα κομμένα ξύλα.

Τότε, εμφανίστηκαν λύκοι. Ήταν πεινασμένοι. Κατάλαβα ότι ήθελαν να μου επιτεθούν, μιας και το αφεντικό μου είχε απομακρυνθεί από εκεί που ήμουν. Ξέρω ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει εύκολα ένα λύκο γιατί οι λύκοι κρύβονται καλά… φοβούνται τον άνθρωπο. Εκτός αν καταλάβουν ότι είναι άρρωστος και ανήμπορος να τους νικήσει.

Εγώ ήμουνα δεμένος και δεν μπορούσα να το βάλω στα πόδια τρέχοντας να γλυτώσω. Ένας μεγαλόσωμος ήρθε κοντά στην μούρη μου και μου γρύλιζε δείχνοντας τα κοφτερά του δόντια. Δυο ακόμα σηκώθηκαν να έρθουν για βοήθεια του αρχηγού και να ξεκινήσουν την μάχη. Εγώ έβαλα τις φωνές για βοήθεια.

Ένας από όλους ευτυχώς ήταν βλάκας. Δεν ήξερε τι είναι το σαμάρι και πήδησε στην ράχη μου να με δαγκώσει. Όμως αντί να δαγκώσει κρέας, δάγκωσε το ξύλο του σαμαριού και έσπασε τα δόντια του. Κλαίγοντας το έβαλε στα πόδια.

Για μερικά λεπτά οι λύκοι δεν ήξεραν γιατί έκλαιγε ο φίλος τους. Μετά αποφάσισε ο μεγαλύτερος να μου επιτεθεί από μπροστά. Όπως πήδησε με φόρα να με δαγκώσει στον σβέρκο, εγώ γονάτισα στα μπροστινά μου πόδια, να τον αποφύγω και αυτός προσγειώθηκε στο σαμάρι και κτύπησε δυνατά την κοιλιά του. Δεν μπορούσε να πάρει αναπνοή από τον πόνο και έφυγε τρέχοντας.

Από πίσω μου ήρθε κι άλλως με πρόθεση να μου δαγκώσει την ουρά να με τραβήξει, ώστε να πέσω κάτω. Αν έπεφτα κάτω θα ήταν αδύνατον να σηκωθώ έτσι όπως ήμουν δεμένος από το κεφάλι στο δέντρο. Χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου, άρχισα να τσινάω με όλη μου την δύναμη και τον κτύπησα πολύ δυνατά στο κεφάλι του.

Το αφεντικό άκουσε τις φωνές μου και τα κλάματα των λύκων, έτρεξε με ένα ξύλο στα χέρια. Όταν έφτασε, οι λύκοι μόλις που φαινόταν να τρέχουν στο δάσος.

Λαχανιασμένος όπως ήταν με αγκάλιασε και χάιδευε το κεφάλι μου. Κάτι μου έλεγε, όμως κατάλαβα ότι ήταν υπερήφανος για μένα όταν είδε ένα από τους λύκους ξαπλωμένο στον δρόμο. Τον κτύπησα δυνατά όταν τσίναγα (κλώτσαγα) να μην μου δαγκώσει την ουρά.

Όταν ήρθε η άνοιξη το αφεντικό, μου έφερε παρέα μια γαϊδούρα να μοιραζόμαστε τα φορτία και φυσικά τις δουλειές. Κάναμε ένα παιδάκι. Ήμουν πολύ περήφανος που έγινα πατέρας. Δεν έζησα πολύ μαζί του. Ο ξυλοκόπος δεν το ήθελε γιατί ήταν παιχνιδιάρικο και έτρωγε πολύ χορτάρι και ζωοτροφές. Το πούλησε όταν μεγάλωσε.

Τα χρόνια περνούσαν ο ξυλοκόπος αρρώστησε και όπως ήταν φυσικό δεν μπορούσε να με ταΐζει τζάμπα. Με αγόρασαν κάποιοι έμποροι. Ήταν πολύ κακοί άνθρωποι με κτυπούσαν πολύ, με άφηναν πεινασμένο. Όταν πηγαίναμε στην πόλη για αγορές φόρτωναν πολλά πράγματα στο κάρο που τραβούσα. Μου ήταν πολύ δύσκολο να τραβάω τόσο βάρος που είχε το κάρο. Μια μέρα ήταν τόσο πολύ φορτίο που με σήκωσε το κάρο στον αέρα. Όλος ο κόσμος στην αγορά έτρεξε να δει που ήμουν κρεμασμένος. Εγώ πονούσα και έκλαιγα από την τρομάρα μου και την ντροπή που με περιγελούσε ο κόσμος.

Τι να πρωτοθυμηθώ; Όταν με άφηναν να βοσκήσω στις αλάνες, μου έδεναν τα πόδια ώστε να μην φύγω τρέχοντας και με χάσουν. Ήταν το πιο μεγάλο βάσανο. Να μην μπορώ να περπατήσω! Καμιά φορά μπέρδευα τα βήματά μου και έπεφτα... Εκεί περίμενα ώρες μέχρι να έρθουν να με σηκώσουν. Όταν με σήκωναν με κτυπούσαν γιατί νόμιζαν ότι ξαπλώνω για πλάκα.

Τι να πω οι άνθρωποι δεν αγαπούν τα ζώα. Μας έχουν να κάνουμε όλες τις βαριές δουλειές και μας κτυπούν αντί να μας ευχαριστούν που τους βοηθάμε.

Ένας σκύλος μια φορά με γαύγιζε.

- Τι γαυγίζεις ρε φίλε, τι ζητάς από μένα; του είπα.

- Ξέρεις, είναι η δουλειά μου. Πρέπει να μην αφήνω κανένα να περνάει από δω.

- Τι σοι δουλειά είναι κι αυτή;

- Εσύ είσαι γάιδαρος και κουβαλάς πράγματα. Έτσι κερδίζεις το φαγητό σου. Εμένα η δουλειά μου είναι φύλακας.

- Δηλαδή, τι σημαίνει φύλακας;

- Φύλακας σημαίνει να προσέχεις το σπίτι του αφεντικού, να τον προστατεύεις αν καμμιά φορά κινδυνεύει και τέλος να του κάνεις παρέα αν χρειάζεται. Έτσι κερδίζω το φαγητό μου, απάντησε ο σκύλος.

- Θεωρώ ότι είσαι πολύ τυχερός που κάνεις αυτή τη δουλειά.

- Μην το λες αυτό. Έχει και η δουλειά μου δυσκολίες. Αν ο κλέφτης έχει όπλο… κινδυνεύει η ζωή μου. Αν πάω στο πάρκο βόλτα με το αφεντικό και έχει αρκετούς σκύλους… Μερικοί κάνουν τους μάγκες και μαλώνουμε οπότε αν είναι πιο δυνατοί εγώ φεύγω με δαγκωνιές και πολλές πληγές.

- Αααα έχεις κι εσύ βάσανα. Εγώ νόμιζα ότι εμείς οι γάιδαροι τραβάμε βάσανα.

- Λοιπόν τώρα φύγε πιο μακριά γιατί αν σε δει το αφεντικό μου θα βρω τον μπελά μου.

- Έγινε φίλε μου. Τώρα κατάλαβα γιατί γαυγίζετε όταν περνάω κοντά από τις αυλές των σπιτιών. Άντε γειά σου. Τα λέμε φίλε.

Όσο ζει κανείς μαθαίνει. Τώρα που γέρασα εκτός από το φαγητό που βρίσκω φρέσκο χορταράκι στην εξοχή… Τίποτα άλλο δεν κάνω από το να θυμάμαι διάφορα περιστατικά. Όταν δούλευα στους κακούς εμπόρους μια μέρα ήμουν κοντά σε μια αποθήκη περιμένοντας να φορτώσουν το κάρο μου. Το αφεντικό ήταν μέσα να κανονίσει τι θα φορτώσουν.

Τότε δυό αλητάκια έδεσαν στην ουρά μου κάτι που έσκαγαν και έβγαζαν φωτιές. Ήταν βεγγαλικά απ' ότι έμαθα μετά το βάσανό μου.

Λοιπόν όταν έσκαγαν τα βεγγαλικά πίσω μου τρόμαξα πάρα πολύ και άρχισα να τρέχω φοβισμένος στους δρόμους. Το κάρο άδειο όπως έτρεχα κτύπησε δεξιά αριστερά μερικά αυτοκίνητα. Μετά από λίγη ώρα τέλειωσαν τα βεγγαλικά και σταμάτησα σχεδόν στην πλατεία της πόλης.

Το αφεντικό έτρεχε πίσω μου αλλά εγώ έτρεχα πολύ γρήγορα, οπότε ήρθε μετά λίγη ώρα στην πλατεία. Είχε μία βέργα σιδερένια κι άρχισε να με κτυπάει μια στον κώλο μου, μια στην κοιλιά μου, άλλοτε στο κεφάλι μου. Εγώ τσιμουδιά από τον πόνο δεν ήξερα που να πάω. Αν φύγω θα με σκοτώσει στο σπίτι. Αν κάτσω θα με σκοτώσει στην πλατεία. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος και του κρατούσαν τα χέρια να μην με κτυπάει. Ευτυχώς εκεί κοντά τον είδε ένας αστυνομικός και τον πήρε μαζί του. Μετά ήρθαν άλλοι δυο αστυφύλακες και με πήγαν στην αστυνομία. Εκεί που βάζουν τα αυτοκίνητα με ξέζεψαν και αφήσαν το κάρο.

Σε λίγο ήρθε ένα φορτηγό και με φόρτωσαν. Με πήγαν σε ένα χωράφι που είχε πολλά γαϊδούρια. Όλα τα γαϊδούρια έτρεξαν να με καλωσορίσουν. Ήμουν λίγο φοβισμένος. Νόμιζα ότι οι αστυφύλακες με έφεραν στην φυλακή γαϊδουριών .

Μετά από λίγο, ήρθε ένας άνθρωπος με άσπρα ρούχα και με πήγε μέσα σε ένα ξύλινο σπιτάκι. Εκεί μου έβαλε φάρμακο στις πληγές μου, με χάιδεψε και με άφησε στην αυλή μαζί με τους άλλους γαϊδάρους. Ένας με ρώτησε τι έγινε και βρίσκομαι εδώ. Του είπα την ιστορία μου και τον ρώτησα.

- Εδώ φίλε τι είναι; Γιατί είστε όλοι εδώ; Μήπως είναι φυλακή;

- Όχι εδώ λέγετε Γαϊδούροχώρα. Αυτό το κτήμα είναι για μας τα γαϊδούρια που είναι χωρίς αφεντικά,άρρωστα, γερασμένα. Μας γιατρεύουν μας ταΐζουν, ζούμε σε στάβλους καθαρούς με άχυρο στο πάτωμα για να κοιμόμαστε στα ζεστά. Μερικές μέρες έρχονται πολλοί άνθρωποι και μας βλέπουν, βάζουν τα παιδάκια τους στην πλάτη μας να τα κάνουμε βόλτα. Καμμιά φορά μας κάνουν ιππασία στο δάσος.

- Εδώ έρχονται τα αφεντικά σας,να σας πάρουν όταν βρουν ότι είστε εδώ;

- Όχι ποτέ δεν ήρθε κάποιο αφεντικό να πάρει πίσω τον γάιδαρό του. Καμμιά φορά έρχεται κάποιος που θέλει ένα γάιδαρο για δουλειά. Τον διαλέγει και τον αγοράζει.

- Δηλαδή μου λες ότι μπορεί μετά από λίγες μέρες να έρθει κάποιος να σε αγοράσει και να φύγεις.

- Ναι αλλά δεν συμβαίνει συχνά.

Έκτοτε δεν είδα τα αφεντικά. Στην Γαϊδούροχώρα έκατσα μερικά χρόνια. Ήταν καλά, πέρασα ωραία εκτός καμμιά φόρα που οι πιο παλιοί έκαναν τους μάγκες και μαλώναμε. Όμως αμέσως οι άνθρωποι μας χώριζαν και αυτό ήταν όλο.

Ο κάθε ένας είχε τους φίλους του που έκανε παρέα. Εγώ είχα δυο φιλενάδες και δυο φίλους, περνούσαμε παρέα όλη τη μέρα. Όταν έρχονταν επισκέπτες μας έβαζαν τον ένα πίσω από τον άλλον και κάναμε τα παιδάκια βόλτες.

Ώσπου μια μέρα ένα μελαχρινός άντρας με πήγε ιππασία στο δάσος, αλλά δεν με γύρισε πίσω. Όταν περάσαμε τον λόφο ήταν ένα φορτηγό και ένα μικρό αυτοκίνητο. Με φόρτωσαν στο φορτηγό με το ζόρι γιατί τσίναγα, έβαζα τα μπροστινά μου πόδια κόντρα να μην ανέβω στην καρότσα. Αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερα.

Η καρότσα ήταν κλειστή και δεν μπορούσαν να με δουν οι καλοί άνθρωποι να με σώσουν. Ταξίδεψα με το φορτηγό όλη μέρα και όλη νύχτα μέχρι που φτάσαμε σε ένα χωριό. Με πούλησαν σε ένα γέρο. Απ' ότι κατάλαβα ο παππούς με ήθελε να τον πηγαίνω στην πόλη για ψώνια και καμμιά φορά να με φορτώνει διάφορα.

Εδώ που τα λέμε δεν ήταν και άσχημα. Τον περισσότερο καιρό δεν έκανα τίποτα. Με έδενε σε κανένα παλούκι με τις ώρες, μέχρι να θυμηθεί που ήμουνα παρατημένος για να με λύσει.

Όταν ήμουν ελεύθερος σε καμμιά αλάνα, ερχότανε μια γαϊδούρα και κάναμε παρέα, όταν δεν ήταν στην δουλειά. Ήταν τσαχπίνα και όμορφη. Λέγαμε ιστορίες και τα βάσανα μας, καμμιά φορά.

- Καλημέρα φίλε μου. Πως είσαι; μου είπε.

- Καλά. Πως κι έτσι σήμερα, δεν σε πήρε το αφεντικό σου για δουλειά;

- Όχι δεν εμφανίστηκε κανείς και εγώ βγήκα από τον στάβλο να κάνουμε παρέα. Σε βλέπω δακρυσμένο τι συμβαίνει;

- Να με πήρε το παράπονο, γιατί θυμήθηκα το παιδί που έκανα. Το καημένο… μου το πήραν πολύ μικρό. Που να είναι άραγε και τι ζόρι να τραβάει!

- Έχεις δίκιο κι εγώ γέννησα πριν ένα χρόνο και μου πήραν το γαϊδουράκι μου και τον σύντροφό μου.

- Αχ αυτοί οι άνθρωποι δεν μας αγαπούν καθόλου. Εμάς ο Χριστός μας αγαπούσε. Τον κουβάλησε γαϊδουράκι στην Ιερουσαλήμ λένε. Το γράφει και το ευαγγέλιο των ανθρώπων. Κάτι δεν πάει καλά με μας. Θεωρώ ότι είμαστε καλά και υπομονετικά ζώα γι’ αυτό μας εκμεταλλεύονται.

- Σώπα υπάρχουν και χειρότερα... Δεν λες πάλι καλά που δεν είμαστε πρόβατα, κατσίκια, μοσχάρια... Όταν μεγαλώνουν, τους παίρνουν το γάλα, το μαλλί και μετά τα σφάζουν, τρώνε το κρέας και παίρνουν την προβιά τους.

- Πω πω σαν να έχεις δίκιο. Ένας φίλος κάποτε μου είχε πει ότι στην Αφρική τρώνε τα γαϊδούρια. Πάλι καλά που ζούμε εδώ.

- φίλε μου σε αφήνω γιατί έρχεται το αφεντικό μου να με πάρει. Γειά, τα λέμε…

- Γειά σου και καλό κουράγιο, της είπα γιατί πράγματι θέλει μεγάλη υπομονή να κάνεις βαριές δουλειές.

Μια μέρα όπως έβοσκα γρασίδι. Λίγο πιο κάτω έτρωγε χορταράκι και μια χελώνα.

- Γειά σου κυρά χελώνα πως από δω, την ρώτησα.

- Γειά σου μήπως δεν έκανα καλά που τρώω εδώ;

- Όχι δεν με πειράζει. Έτσι κι αλλιώς το χορτάρι βγαίνει διαρκώς μόνο του. Όταν βρέξει μεγαλώνει και γίνεται ακόμη πιο νόστιμο και μπόλικο.

- Αααα είπα κι εγώ!

- Μην σε νοιάζει… Να σε ρωτήσω κάτι;

- Τι θέλεις να ρωτήσεις;

- Θεωρώ ότι είσαι πολύ τυχερή… Δεν έχεις αφεντικά να σε εκμεταλλεύονται. Έχεις την άνεση σου να ξυπνάς όποτε θες. Να τρως και να κοιμάσαι όποτε σου αρέσει.

- Αααα φίλε μου δεν είναι έτσι πως τα λες. Πρώτον, από τότε που γεννήθηκα κουβαλάω το καβούκι μου (ΣΠΙΤΙ). Όσο μεγαλώνω γίνεται και πιο βαρύ. Ενώ εσύ δεν έχεις. Δεύτερον βαδίζω πάρα πολύ σιγά. Εύκολα με προλαβαίνουν οι εχθροί μου. Έχω και την ατυχία αν ποτέ πέσω ανάποδα. Δηλαδή με το καβούκι μου από κάτω δεν μπορώ να γυρίσω όπως τώρα. Μπορεί να πεθάνω από την πείνα και φυσικά να με φάνε οι εχθροί μου. Δεν θέλω να σου πω τι γίνεται αν βρεθώ στην άσφαλτο που παιρνούν τα αυτοκίνητα. Μερικοί απρόσεχτοι οδηγοί μας πατάνε και πεθαίνουμε.

- Πράγματι έχεις δίκιο… η ζωή σου είναι γεμάτη προβλήματα. Εγώ νόμιζα ότι τα γαϊδούρια δεν έχουν καλή ζωή και ότι βασανίζονται. Σ' ευχαριστώ που τα είπαμε και έμαθα πως δεν είμαστε οι μόνοι στο κόσμο που έχουμε προβλήματα.

- Φίλε μου τίποτε στην ζωή δεν είναι εύκολο, αν δεν προσπαθήσεις να αποκτήσεις τα αγαθά.

Όσο μεγαλώνει κανείς μαθαίνει. Αν μπορούσαν οι άνθρωποι να μας καταλάβουν δεν θα μας κακοποιούσαν τόσο. Όταν μια φορά είδα ένα λαγό να τρέχει τόσο γρήγορα, τον ζήλεψα. Αν μπορούσα να τρέξω τόσο γρήγορα όπως ο λαγός δεν θα μας έπιαναν οι άνθρωποι. Τον ρώτησα τότε και μου είπε τα προβλήματα του.

- Μην με ζηλεύεις γάιδαρε, μου είπε.

- Τι λες τώρα; Αν μπορούσα να τρέξω τόσο γρήγορα θα ήμουν βασιλιάς, του είπα.

- Κοίτα τα πόδια μου. Τα πίσω είναι πολύ μεγαλύτερα από τα μπροστινά. Ο Θεός μας έπλασε έτσι για να πηδάμε και να τρέχουμε πιο γρήγορα από τα άγρια ζώα του δάσους (ο λύκος, η αλεπού, η αρκούδα μέχρι και τα φίδια). Αν μας πιάσουν θα μας φάνε. Γι' αυτό τρέχουμε πολύ. Οι μοναδικοί εχθροί που δεν μπορούμε να γλυτώσουμε με το τρέξιμο είναι οι άνθρωποι (κυνηγοί), με τα όπλα ρίχνουν σφαίρες. Μας σκοτώνουν γιατί έχουμε νόστιμο κρέας λένε.

Μέχρι και ο λαγός έχει μεγάλα προβλήματα για την ζωή του. Μήπως είμαι τυχερός και δεν το ήξερα; Τον άνθρωπο δεν ρώτησα τι παράπονα έχει από την ζωή του. Αλλά αυτοί, ο ένας με τον άλλον λένε τα προβλήματά τους. Ας ρωτήσετε ρε παιδιά τους γονείς σας τι προβλήματα έχουν. Γιατί κι αυτοί είναι ζώα της φύσης. Κάτι θα μάθετε.

ΤΕΛΟΣ

Παροιμίες για τους γαϊδάρους

  • Είπ' ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα.
  • Ο κουζουλός ο γάιδαρος, πάντα πουλάρι δείχνει.
  • Ένας γάιδαρος είναι στην Πόλη.
  • Ο γάιδαρος φέρνει τα κρυφά.
  • Τον ευπειθή γάιδαρο φορτώνουν περισσότερο.
  • Όποιος κεντάει τον γάιδαρο μυρίζει και τις πορδές του.
  • Και παντρεμένος γάιδαρος κι ανύπαντρος γομάρι.
  • Αγγελική φωνή από γαϊδάρου στόμα.
  • Ο πεινασμένος γάιδαρος ξυλιές δε μετράει (ή δε λογαριάζει).
  • Χτυπάει το σαμάρι για ν’ ακούσει το γαϊδούρι.
  • Το γαϊδούρι το δεμένο τρώει χορτάρι διαλεγμένο.
  • Φταίει ο γάιδαρος και δέρνουν το σαμάρι.
  • Σκάει γάιδαρο.
  • Έδεσε το γάιδαρό του.
  • Να σου χέσω το γάιδαρο.
  • Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει!
  • Όσο λείπει ο αφέντης κανένα δεν νοιάζει, μα όσο λείπει ο γάιδαρος, ούλοι βαρυγκωμάνε.
  • Κατά φωνή κι γάιδαρος

Περί όνου

Ο όνος χρησιμοποιήθηκε ανέκαθεν σαν μεταφορικό μέσο (πιο ανθεκτικό σε δύσβατες περιοχές από το άλογο) λόγω ανθεκτικότερων κάτω άκρων - σταθερότερο βάδισμα:

  • Σαν μέσω έλξης όταν απουσίαζε το άλογο.
  • Σαν πηγή κρέατος σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές (Αφρική)
  • Πηγή γάλακτος. Το γάλα του όνου είναι πολύ θρεπτικό και θεωρείται πως έχει θετικές επιδράσεις στην καταπολέμηση ορισμένων ασθενειών, όπως η φυματίωση. Επίσης το γάλα χρησιμοποιείται στην βιομηχανία των καλλυντικών.
  • Σε αγροτουριστικές επιχειρήσεις, σαν μεταφορικό μέσο(ορισμένα ελληνικά νησιά), η στην εκμάθηση ιππασίας σε μικρά παιδιά και άτομα με κινητικά προβλήματα.

Προοπτικές

Τα τελευταία χρόνια και ειδικά στις αναπτυγμένες χώρες υπάρχει κίνδυνος εξαφάνισης φυλών όνων. Ειδικά στην Ελλάδα ο συνολικός πληθυσμός των όνων και ημίονων μειώθηκε από 500.000 το 1950 στα 18.000 σήμερα. Σήμερα υπάρχει η τάση εκμετάλλευσης των όνων για το γάλα. Αυτό ενισχύεται λόγο των υψηλών τιμών (μέχρι 100 ευρώ το λίτρο πωλείται στο Βέλγιο). Ο όνος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ζώο συντροφιάς σε αγροτουριστικές επιχειρήσεις.

Πληροφορίες
Κατηγορία παραμυθιού
Ετος πρώτης δημοσίευσης
Συγγραφέας παραμυθιού
Προέλευση (περιοχή)
Δώσε αστέρια
Average: 5 (9 ψήφοι)