Το μαγικό μου μαξιλάρι

Συγγραφέας παραμυθιού

Το βράδυ που ξαπλώνω
στο μαγικό μου μαξιλάρι
ωραίες σκέψεις κάνω
μέχρι ο ύπνος να με πάρει.
Κι αν ένα όνειρο
ξάφνου με τρομάξει
μεριά στο μαξιλάρι αλλάζω
και το όνειρο κι αυτό θα αλλάξει.
Στην δεξιά του άκρη
όταν ακουμπάω
σε ένα σύννεφο
ζαχαροζυμωμένο πάω.
Την αριστερή του άκρη
όταν το κεφάλι αγγίζει
σε κήπους όλο χρώματα
στο όνειρο ευωδιά ανθίζει.
Κι όταν το μαξιλάρι μου
τούμπα φέρνω
σε θάλασσα και ποτάμια
τα όνειρά μου πλένω.
Καινούρια να γίνουνε για όνειρα γλυκά.

– Στο χαρίζω. Είναι δικό σου πια.  Και τα πράσινα μάτια της σπιθοβόλησαν λέγοντάς το.

– Μα γιαγιά, αυτό το μαξιλάρι το έχεις φυλαγμένο χρόνια τώρα, είπα εγώ όλο έκπληξη. Το έχω δει τόσες φορές στην ντουλάπα σου και ξέρω ότι δεν αφήνεις κανέναν να το πειράζει. Το προσέχεις πάρα πολύ και πάντα απορούσα γι’ αυτό αλλά δεν έτυχε να σε ρωτήσω. Γιατί αλήθεια;

– Θα σου πω. Πρώτα απ’ όλα είναι για σένα Μελινάκι μου. Μεγάλωσες πια, αύριο κλείνεις τα έξι. Τώρα μπορώ να σου πω και πως λειτουργεί αυτό το μαξιλάρι και γιατί το φύλαγα στην ντουλάπα μου μακριά από όλους. Αλλά να σου πω…ξέρω καλά γιατί το έχεις δει τόσες φορές. Έψαχνες τα σοκολατάκια πάλι ε; θα χαλάσουν τα δόντια σου με τόσα σοκολατάκια που τρως.

Arlena

Ακούγοντας για τα σοκολατάκια, σηκώθηκα από τη θέση μου σιγά σιγά και πήγα να καθίσω στον καναπέ δίπλα στη γιαγιά μου. Εκείνη με πήρε αγκαλιά και άρχισε να μου ξύνει την πλάτη. «αχ μπράβο γιαγιά μου» αναφώνησα όλο ευχαρίστηση. «Λίγο πιο πάνω, λίγο πιο αριστερά. ΕΚΕΙ!» ω είναι πάντα τόσο υπέροχο και χαλαρωτικό το ξύσιμο της πλάτης.

– Λοιπόν Μελινάκι μου, θέλω να με ακούσεις. Δεν έχω σκοπό να σου ξαναπώ για τα σοκολατάκια, μου είπε ισιώνοντας την άσπρη τούφα που έχει μπροστά στα μαλλιά της, γιατί όλα τα άλλα είναι μαύρα. Έχεις μεγαλώσει αρκετά πια για να κάνεις το ποντικάκι και να τα ξετρυπώνεις από όπου και αν τα βάλω. Ξέρεις ότι τα έχω γιατί θέλω να κερνάω τις φίλες μου όταν έρχονται τα απογεύματα για καφέ. Θα τα αφήσω λοιπόν στο τραπέζι του σαλονιού και εσύ θα προσέχεις πιο πολύ να δοντάκια σου. Άλλωστε μην ξεχνάς ότι είναι τα μόνιμά σου. Δεν είσαι ελέφαντας να αλλάζεις δόντια κάθε δύο χρόνια. Οπότε οφείλεις να τα προσέχεις περισσότερο.

– Γιαγιά, θα μου πεις για το μαξιλάρι; ρώτησα, αλλάζοντας θέμα. Εντάξει, τα δόντια μου υπόσχομαι να τα προσέχω και τα σοκολατάκια σου δε θα τα παίρνω πια με αυτόν τον ρυθμό. Αλλά πες μου τώρα για το μαξιλάρι.

– Το μαξιλάρι, ναι φυσικά. Αυτό το μαξιλάρι που βλέπεις μπορεί να φαίνεται ίδιο με όλα τα μαξιλάρια που υπάρχουν αλλά δεν είναι, απάντησε χαμηλώνοντας την φωνή της.

– Γιατί;  Ξεφώνισα δυνατά με γνήσια απορία.

– Θα σου τα πω όλα, μη βιάζεσαι, συνέχισε η γιαγιά μου με ήρεμη φωνή, καθώς βολευόταν πιο αναπαυτικά στον καναπέ, έχοντας κι εμένα στην αγκαλιά της.

Αφού μου χαμογέλασε πλατιά ξεκίνησε.

– Το αγόρασα όταν γεννήθηκες. Για την ακρίβεια λίγο πριν γεννηθείς. Για σένα. Κάθε μέρα από τότε το βγάζω από τη σακούλα του με τη λεβάντα, το αερίζω κάθε πρωί με την ανατολή του ήλιου, να πάρει το πρώτο φως και το αφήνω να λιαστεί στη ζέστη. Σκέφτομαι τα πιο όμορφα πράγματα και του μιλώ για τις σκέψεις μου. Του τραγουδάω γλυκά και του διαβάζω όσα περισσότερα βιβλία μπορώ για να τα ακούει και να τα αποθηκεύει. Είναι ένα μαγικό μαξιλάρι πια, γεμάτο όμορφες, αστείες και χαρούμενες ιστορίες φορτωμένο. Και όλο αυτό για να μπορέσει να σου το ανταποδώσει.

foteini

– Mα, πως γιαγιά; ρώτησα γελώντας στην σκέψη, η γιαγιά μου να έχει το μαξιλάρι αγκαλιά και να του τραγουδάει και να του διαβάζει. Πόσο αστείο μου φαίνεται.

– Μελινάκι μου, υπάρχει κάτι πολύ μεγάλο που τώρα γελάς αλλά κατά βάθος το ξέρεις. Είναι η αγάπη. Η αγάπη μου για σένα κάνει αυτό το μαξιλάρι ιδιαίτερο. Και είναι δικό σου, γεμάτο από όμορφα όνειρα. Αυτό είναι το δώρο μου φέτος για τα γενέθλια σου, ε μαζί με ένα βιβλίο μυστηρίου που ξέρω πόσο σου αρέσουν.

– Γιαγιά;  ρώτησα τώρα με ενδιαφέρον για όσα άκουγα. Του έχεις πει και τα παραμύθια που μου λες τόσα χρόνια;

- Ολα! Απάντησε, σφίγγοντάς με στην αγκαλιά της.

– Και ποια είναι τα αγαπημένα μου χρώματα; Ξαναρώτησα.

– Φυσικά. Ακόμα και τα αγαπημένα σου φαγητά ξέρει.

– Δηλαδή θα κοιμάμαι και θα βλέπω γεμιστές πιπεριές με τυράκι δίπλα; άρχισα να γελάω και πάλι.

– Ποιος ξέρει; μπορεί. Απάντησε, ξεκαρδισμένη και αυτή στα γέλια.

– Και πως λειτουργεί; Απόρησα.

– Αχ μικρό μου, αφού στο είπα. Δικό σου είναι, οπότε εσύ θα βρεις πως ακριβώς λειτουργεί. Εγώ μόνο να φανταστώ μπορώ.

– Ε πες μου, πως; Ρώτησα.

– Χμμμ για να σκεφτώ… θα ξαπλώνεις αναπαυτικά, θα ακουμπάς το κεφαλάκι σου πάνω του νιώθοντας το μαξιλάρι σου ευχάριστο και δροσερό. Θα κάνεις όμορφες σκέψεις με κλειστά τα μάτια σου και μετά από λίγο αυτό θα πιάνει δουλειά. Θα σου προσφέρει τα πιο γλυκά όνειρα.

– Τι σκέψεις δηλαδή; Και γιαγιά, πώς ξαπλώνεις νιώθοντας χαλαρή όταν δεν πολυνυστάζεις;  Ξαναρώτησα με ανυπομονησία.

– Ίσως αν σκεφτείς το κρεβάτι σου σαν μια μεγάλη αγκαλιά που σε τυλίγει; Δεν θα νιώσεις αμέσως όμορφα; Εμένα με βοηθάει πολύ να τυλίγομαι στην ευωδιαστή μου, μαλακή κουβέρτα. Μου απάντησε αμέσως.
– Και για σκέψεις… ουουου τι να πρωτοσκεφτώ; Τους φίλους σου; Τα παιχνίδια σου στο πάρκο; Τα αγαπημένα βιβλία σου; Εκδρομές ή διακοπές; Ό,τι σου αρέσει εκείνη την ώρα.

– Και αν δω κάποιον εφιάλτη; Απόρησα με λίγο φόβο στην φωνή μου.

– Ε τότε το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αλλάξεις μεριά στο μαξιλάρι. Να πας λίγο πιο δίπλα ή πιο πάνω και το όνειρό σου θα αλλάξει κι αυτό.

– Αααα κατάλαβα, δηλαδή λειτουργεί σαν τηλεκοντρόλ. Αναφώνησα ενθουσιασμένη και τα μάτια μου έλαμψαν.

– Ακριβώς! Σαν ένα τηλεκοντρόλ που ελέγχει όνειρα όμως. Σκέψου το μαξιλάρι σου σαν να έχει πολλά κουμπιά πάνω του. Έτσι με μία κίνησή σου θα μπορείς να επιλέγεις τι θέλεις  να δεις και με άλλη κίνησή σου να αλλάζεις ότι δεν σου αρέσει.

paulina

– Γιαγιά, λέω να το δοκιμάσω σήμερα κιόλας.

– Να μια καλή ιδέα! Μου είπε αγκαλιάζοντας με.

– Και θα βλέπω δηλαδή γλυκά όνειρα; Ρώτησα γελώντας πονηρά.

– Μα ναι σου λέω.

– Γλυκά σαν τα σοκολατάκια σου; Είπα ξεσπώντας σε γέλια.

– Ε δεν τρώγεσαι πια μικρή μου γλυκατζού. Ναι σαν τα σοκολατάκια μου και ακόμα πιο γλυκά. Σήκω όμως τώρα γιατί θα κάψουμε τα κάστανα που έβαλα να ψήνονται.

– Γιαγιά, να σε ρωτήσω κάτι; Ξαφνικά σοβάρεψα, και κάτι μου λέει ότι τα φρύδια μου συνοφρυώθηκαν όπως πάντα όταν προβληματίζομαι.

– Μα φυσικά. Ό,τι θέλεις. Μου απάντησε με κάπως ανήσυχο αλλά και διασκεδαστικό ύφος. Σαν να συνωμοτούσαμε σε κάτι.

– Να δεν ξέρω αλλά μπορώ να το πω στους φίλους μου;  Ρώτησα με αγωνία.

– Εννοείται ότι μπορείς. Οι φίλοι είναι για να μοιραζόμαστε. Άλλωστε, κάτι που ξέχασα να σου πω είναι ότι, όλα τα μαξιλάρια μπορούν να γίνουν μαγικά, ονειρεμένα. Αρκεί κάποιος να το πιστέψει και να ψάξει να βρει τα κουμπάκια που έχουν πάνω τους. Μου απάντησε η γιαγιά μου σκάζοντας ένα χαμόγελο ευχαρίστησης στα χείλια της.

– Μμμμ αυτό είναι υπέροχο! Νομίζω τελικά ότι  φέτος μου έκανες το καλύτερο δώρο γενεθλίων. Σε ευχαριστώ πολύ πολύ. Και λέγοντας αυτά την έσφιξα δυνατά, σκάζοντας στο μάγουλό της ένα φιλί.

– Πάμε τώρα να καθαρίσουμε και να φάμε τα κάστανα που μοσχοβόλησαν σε όλο το σπίτι; Και μετά στα κρεβάτια μας για ύπνο. Μου απάντησε συγκινημένη.

– Ναιαι! Ενθουσιάστηκα εγώ. Λατρεύω, βλέπετε, τα κάστανα και κάτι μου λέει ότι θα λατρέψω και τον ύπνο. Επιτέλους ύπνος με όνειρα γλυκά. Πιο γλυκά και από τα σοκολατάκια, σκέφτηκα παίρνοντας αγκαλιά το μαξιλάρι μου και αν τυχόν τύχει κάποιος εφιάλτης να έρθει ε τώρα ξέρω…θα αλλάξω μεριά στο μαξιλάρι και το όνειρο και αυτό θα αλλάξει.

end

Κείμενο: Μυρτώ Πετροπούλου

Εικονογράφηση: Παιδικά Παραμύθια

Πληροφορίες
Κατηγορία παραμυθιού
Ετος πρώτης δημοσίευσης
Προέλευση (περιοχή)
Δώσε αστέρια
Average: 4.9 (15 ψήφοι)