Εικόνα Κοντορεβιθούλη: Klein Duimpje  (Ολλανδία)
Εικόνα Κοντορεβιθούλη: Klein Duimpje (Ολλανδία)

Ο Κοντορεβιθούλης

Μια φορά και έναν καιρό, ένας φτωχός ξυλοκόπος και η γυναίκα του είχαν επτά γιους. Ομως, κάθε παιδί που γεννιόταν ήτανε μικρότερο από το προηγούμενο. Όταν μάλιστα γεννήθηκε το έβδομο, δεν ξεπερνούσε το μέγεθος ενός ρεβιθιού και γι' αυτό όλοι το φώναζαν Κοντορεβιθούλη. Ακόμα και όταν πέρασε πολύς καιρός, ο Κοντορεβιθούλης παρέμεινε το ίδιο σχεδόν μικρούλης. Ήταν όμως τόσο έξυπνος και τόσο ετοιμόλογος που ξεπερνούσε όλα τα αδέρφια του στο μυαλό.

Τα οικονομικά της οικογένειας όμως δεν πήγαιναν καθόλου καλά, και οι φτωχοί γονείς δεν ειχαν τροπο να ταΐσουν τα παιδάκια τους που αν και μικροσκοπικά είχαν εξαιρετική όρεξη. Έτσι, ένα βράδυ πριν πέσουν για ύπνο, η μητέρα και ο πατέρας συζητούσαν τι θα κάνουν για να λύσουν το πρόβλημα τους. Μέσα στην απελπισία τους αποφάσισαν να πάρουν τα παιδιά στο δάσος και να τα αφήσουν κρυφά εκεί.

Εικονογράφηση από τον Gustave Doré (1862)

Όμως, ο Κοντορεβιθούλης, που δεν είχε αποκοιμηθεί, τα άκουσε όλα! Πέρασε λοιπόν όλο το βράδυ άυπνος από την στεναχώρια του και σκεφτόταν τι θα κάνει για να γλιτώσει τον εαυτό του και τα αδέρφια του από αυτό το κακό.

Το πρωί, ο Κοντορεβιθούλης έτρεξε μέχρι το ρυάκι που ήταν κοντά στο σπίτι και γέμισε τις τσέπες του με βοτσαλάκια. Στα αδέρφια του δεν είπε τίποτε από όσα είχε ακούσει να λένε οι γονείς τους. Υστερα από λίγο, οι φτωχοί γονείς ξεκίνησαν για το δάσος και είπαν στα παιδάκια τους να έρθουν μαζί τους. Σε όλο τον δρόμο και χωρίς κανείς να τον καταλάβει, αφού ήταν μικρός και έμενε τελευταίος και καταϊδρωμένος, ο Κοντορεβιθούλης πετούσε πίσω του ένα-ένα τα βοτσαλάκια που είχε μαζέψει από το ρυάκι.

Όταν έφτασαν βαθιά μέσα στο δάσος, οι γονείς απομακρύνθηκαν από τα παιδιά χωρίς να τους καταλάβουν και εξαφανίστηκαν! Μόλις τα παιδιά είδαν ότι έμειναν μόνα, άρχισαν να κλαίνε και να φωνάζουν. Ολα εκτός από τον Κοντορεβιθούλη, που γελούσε!

«Σταματήστε να κλαίτε και να φωνάζετε. Θα καταφέρουμε να βρούμε το δρόμο για το σπίτι μας», τους είπε και τους έδωσε θάρρος.

Ο Κοντορεβιθούλης πήγε μπροστά και ακολούθησε τα βοτσαλάκια που είχε ρίξει στο δρόμο προηγουμένως. Έτσι τα παιδιά κατάφεραν να γυρίσουν σιγά σιγά στο σπίτι τους χωρίς να δυσκολευτούν.

Στο μεταξύ, όμως, οι γονείς τους είχαν γύρισαν ήδη στο σπίτι όπου βρέθηκαν μπροστά σε μια πάρα πολύ ευχάριστη έκπληξη.  Ένας γείτονας τους πλήρωσε ένα δάνειο που του είχαν δώσει παλιά και το είχαν πια ξεγράψει. Με τα χρήματα αυτά, οι γονείς πήγαν και αγόρασαν τόσο πολλά τρόφιμα, που το τραπέζι τους λύγισε από το βάρος. Τότε, τους έπιασαν οι τύψεις που άφησαν τα παιδάκια τους στο δάσος και η μητέρα άρχισε να κλαίει και να λέει:

«Θεούλη μου! Αχ και να μην είχαμε αφήσει τα παιδάκια μας στο δάσος, τώρα θα μπορούσαν να φάνε όσο τραβούσε η όρεξη τους. Αχ και να ήταν τα παιδάκια μου εδώ πέρα!»

«Μανούλα εδώ είμαστε!» ακούστηκε η φωνή του Κοντορεβιθούλη, που μόλις είχε φτάσει με τους αδερφούς του στην πόρτα του σπιτιού τους. Άνοιξε την πόρτα και τα εφτά αδέλφια μπήκαν μέσα, πεινασμένα. Και αφού είδαν το τραπέζι να είναι τόσο πλούσιο και γεμάτο φαγητά άρχισαν να τρώνε του καλού καιρού. Το γλέντι συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες μέχρι να τελειώσουν όλα τους τα χρήματα.

Έτσι, δεν πέρασε πολύς καιρός και η πείνα ξαναεμφανίστηκε στο σπίτι τους. Οι φτωχοί γονείς απελπίστηκαν πάλι και αποφάσισαν να αφήσουν ξανά τα παιδιά στο δάσος, για να βρουν μόνα την μοίρα τους. Όπως και την πρώτη φορά, το βράδυ που οι γονείς συζητούσαν μεγαλόφωνα, ο Κοντορεβιθούλης άκουσε τα πάντα. Σκέφτηκε να βγει από το σπίτι και να μαζέψει βοτσαλάκια πάλι, αλλά για κακή του τύχη αυτή την φορά η πόρτα ήταν κλειδωμένη με σύρτη. Και επειδή ήταν πολύ μικροκαμωμένος, δεν μπορούσε να φτάσει το σύρτη της πόρτας για να την ξεκλειδώσει και έτσι δεν μπόρεσε να βγει έξω.

Ο Κοντορεβυθούλης όμως είχε μια άλλη ιδέα για να σωθεί ο ίδιος και τα αδέρφια του.  Όταν φεύγανε το πρωί για το δάσος, έβαλε ένα κομμάτι ξερό ψωμί στην τσέπη του, και το έκανε μικρά κομμάτια. Και καθώς προχωρούσαν στο δάσος έριχνε πίσω του τα ψίχουλα. Σκόπευε να τα ακολουθήσει όπως και τα χαλίκια για να μπορέσει να βρει τον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι τους. Όμως, τα πουλάκια του δάσους φάγανε τα ψίχουλα που είχε σκορπίσει και δεν άφησαν τίποτε. Τώρα πια είχανε χαθεί πραγματικά!

Μόλις οι γονείς τους έφυγαν, τα αδέρφια έκλαιγαν και φώναζαν απελπισμένα. Ο Κοντορεβιθούλης όμως παρέμενε ψύχραιμος και τα καθησύχαζε. Τα επτά αδέλφια άρχισαν να περπατάνε στο δάσος μέχρι που νύχτωσε, τρέμοντας από τον φόβο τους. Τελικά κοιμήθηκαν κάτω από ένα δέντρο στο χορτάρι.

Όταν ξημέρωσε, ο Κοντορεβιθούλης ανέβηκε στο δέντρο για να εξερευνήσει την περιοχή. Από εκεί ψηλά, ανακάλυψε την σκεπή ενός σπιτιού. Κατέβηκε από το δέντρο και ανέλαβε να οδηγήσει τα αδέρφια του σε αυτό το άγνωστο σπίτι. Πέρασαν μέσα από θάμνους, ξέφωτα και αγκάθια μέχρι που είδαν τελικά το σπίτι μπροστά τους. Με όσο κουράγιο είχαν, προχώρησαν ως την πόρτα και την χτύπησαν διστακτικά.

Η πόρτα άνοιξε αμέσως και εμφανίστηκε μία πολύ καλή γυναίκα. Ο Κοντορεβιθούλης την παρακάλεσε να τους αφήσει να περάσουν καθώς είχαν χαθεί και δεν ήξεραν που να πάνε. Η καλή γυναίκα αναστέναξε: «Καημένα παιδιά!» και άνοιξε την πόρτα. Τους είπε όμως ότι είχε εφτά κόρες και ότι ο άντρας της ήταν ανθρωποφάγος που του άρεσε να τρώει μικρά ξένα παιδιά. Τι ατυχία! Τα αγόρια έτρεμαν από το φόβο τους μόλις το άκουσαν αυτά. Είχαν πάει σ' αυτό το άγνωστο σπίτι με την ελπίδα να φάνε κάτι αλλά τελικά θα γινόντουσαν τα ίδια φαγητό. Αλλά η γυναίκα ήταν καλή και συμπονετική και τους έδωσε κάτι για να ξεγελάσουν την πείνα τους.

Μετά από λίγο, άκουσαν βήματα και ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Ήταν ο τρομερός ανθρωποφάγος που γύρισε σπίτι του. Κάθισε στο τραπέζι να φάει, έβαλε κρασί και άρχισε να ρουθουνίζει σαν να μύριζε κάτι. Τελικά, φωνάζει στη γυναίκα του:

«Μυρίζω ανθρώπινο κρέας!»

Η καλή γυναίκα προσπάθησε να τον μεταπείσει, αλλά αυτός ακολούθησε την όσφρηση του και βρήκε τα παιδιά. Τα επτά αγόρια απελπίστηκαν γιατί ο ανθρωποφάγος ήθελε να τα φάει αμέσως.

Όμως η καλή γυναίκα του τον έπεισε να αφήσει τα παιδιά να ζήσουν για μερικές μέρες με τη δικαιολογία ότι ήταν αδύνατα και έπρεπε να πάρουν βάρος πριν τα φάει. Κλείδωσαν λοιπόν τα παιδιά να κοιμηθούν στο δωμάτιο όπου κοιμόντουσαν και οι εφτά κορούλες τους. Τα κοριτσάκια είχαν τις ίδιες ηλικίες με τα επτά αγόρια. Για να τις ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα παιδιά, ο ανθρωποφάγος τους είχε βάλει από μία χρυσή κορόνα στο κεφάλι τους.

Ο Κοντορεβιθούλης που τα είχε προσέξει όλα αυτά, είχε ακόμα μια ιδέα. Κατέβηκε σιγά σιγά από το κρεβάτι, έβγαλε τις κορόνες από τα κορίτσια και έβαλε από μία στα αδέρφια του και στο κεφάλι του.

Στο μεταξύ ο ανθρωποφάγος ήπιε πολύ κρασί, μέθυσε και του ήρθε πάλι η όρεξη να φάει τα ξένα παιδιά. Πήρε το μαχαίρι του και σιγά σιγά πήγε στο δωμάτιο τους. Εκεί μέσα όμως ήταν πολύ σκοτεινά, και ο μεθυσμένος ανθρωποφάγος δεν μπορούσε να δει καλά. Ετσι, προχωρούσε αργά αργά μέχρι που έφτασε στο κρεβάτι που κοιμόταν ο Κοντορεβιθούλης με τα αδέλφια του. Άρχισε να πιάνει τα κεφάλια των παιδιών για να δει αν ήταν αγόρια ή κορίτσια και όταν έπιασε τις κορόνες σκέφτηκε ότι είναι οι κόρες τους που δεν ήθελε να τους κάνει κακό.

Ετσι, πήγε στο άλλο κρεβάτι νομίζοντας ότι εκεί ήταν τα ξένα αγόρια. Χωρίς καταλάβει το λάθος του, έσφαξε τις κόρες του και τις έφαγε. Χορτάτος και ευχαριστημένος αφού νόμιζε ότι είχε φάει τον Κοντορεβιθούλη και τα αδέρφια ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε.

Εικονογράφηση από τον Gustave Doré (1862)

Όταν ο Κοντορεβιθούλης άκουσε το ροχαλητό του ανθρωποφάγου, ξύπνησε τα αδέρφια του για να το σκάσουν. Περπατώντας όλοι στις μύτες των ποδιών τους, βγήκαν από το σπίτι και απομακρύνθηκαν. Ωστόσο, δεν ήξεραν προς τα που να πάνε και έτσι τριγυρνούσαν άσκοπα μέσα στο δάσος γεμάτα από φόβο.

Όταν ξημέρωσε, ο ανθρωποφάγος είπε στη γυναίκα του:

«Γυναίκα, πήγαινε να μου ετοιμάσεις τα χθεσινά καβούρια να τα φάω!»

Η γυναίκα νόμισε ότι της ζήτησε να ξυπνήσει τα επτά αγόρια για να τα φάει και πήγε στο δωμάτιο τους. Όταν μπήκε μέσα, κατάλαβε τι είχε κάνει το τέρας ο άντρας της, δεν άντεξε άλλο και λιποθύμησε.

Επειδή η γυναίκα του αργούσε να επιστρέψει, ο ανθρωποφάγος πήγε να δει τι είχε συμβεί. Μόλις μπήκε μέσα στο δωμάτιο και είδε τη λιπόθυμη γυναίκα του, κατάλαβε ότι είχε φάει τις κόρες του, και θύμωσε τόσο πολύ που αποφάσισε να κυνηγήσει τον Κοντορεβιθούλη και τα αδέλφια του. Γρήγορα-γρήγορα έβαλε κάτι μαγικές μπότες που είχε. Όποιος έκανε επτά βήματα με τις μπότες αυτές στα πόδια του, είχε διανύσει κιόλας ένα χιλιόμετρο!

Δεν πέρασε πολύ ώρα και τα επτά αγόρια είδαν τον ανθρωποφάγο να πηδάει πάνω από πεδιάδες και βουνά και να τα πλησιάζει. Όμως ο ξύπνιος Κοντορεβιθούλης τους είπε να κρυφτούν όλοι μαζί στο κοίλωμα ενός βράχου. Όταν ο ανθρωποφάγος έφτασε σε αυτόν τον βράχο, κάθισε πάνω του για να ξαποστάσει από το πολύ περπάτημα. Μετά από λίγο αποκοιμήθηκε όμως και άρχισε να ροχαλίζει και να ξεφυσάει με τρομερό θόρυβο.

Μόλις ο Κοντορεβιθούλης βεβαιώθηκε ότι ο ανθρωποφάγος είχε κοιμηθεί, ξετρύπωσε, του έβγαλε τις μαγικές μπότες και τις φόρεσε ο ίδιος.

Εικονογράφηση από τον Gustave Doré (1862)

Οι μαγικές μπότες είχαν και την ιδιότητα να προσαρμόζονται ακριβώς σε όποιο πόδι τις φορούσε. Ετσι έκαναν και με το μικρούλη πόδι του Κοντορεβυθούλη. Μόλις το είδε αυτό, ο Κοντορεβυθούλης έπιασε με το κάθε χέρι του ένα από τα αδέρφια του, και αυτά με την σειρά τους με το άλλο χέρι έναν άλλο αδερφό τους. Μετά άρχισε να τρέχει και, χάρη στις μαγικές μπότες, έφτασαν σχεδόν αμέσως στο σπίτι τους.

Εκεί τους καλοδέχτηκαν οι γονείς τους που είχαν μετανιώσει για τις πράξεις τους. Ο Κοντορεβιθούλης είπε στους γονείς του να προσέχουν τα αδέρφια του καθώς αυτός θα έφευγε και με τις μαγικές μπότες θα πήγαινε να βρει την τύχη του. Εκανε μερικά βήματα και είχε βρεθεί πάνω σε ένα βουνό, και την επόμενη στιγμή είχε εξαφανιστεί τελείως από τον ορίζοντα.

Χάρη στις μαγικές μπότες του, ο Κοντορεβιθούλης έκανε πραγματικά την τύχη του. Ταξίδεψε σε μακρινά μέρη, έκανε πολλές δουλειές και κάθε φορά που δεν του άρεσε κάτι πήγαινε αλλού. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να τον φτάσει ούτε με τα πόδια ούτε με το άλογο και οι περιπέτειες που έζησε είναι τόσες πολλές που κανείς δεν μπορεί να τις περιγράψει. Και έζησε αυτός καλά και εμείς καλύτερα.

 

Λίγα λόγια για το παραμύθι

Το παραμύθι του Κοντορεβιθούλη, είναι γνωστό στα αγγλικά ως "Hop o' My Thumb", αλλά και "Little Thumbling", "Little Thumb", αν και προέρχεται από τη Γαλλία όπου δημοσιεύθηκε με τον τίτλο "Le petit Poucet" στη συλλογή οκτώ παραμυθιών "Histoires ou Contes du temps passé" (1697), του Charles Perrault. Ο γαλλικός και ο αγγλικός τίτλος σε πιστή μετάφραση σημαίνουν ο μικρός αντίχειρας ή αντιχειράκος, καθώς το πρωτότυπο παραμύθι έγραφε ότι ο ήρωας όταν γεννήθηκε δεν ήταν μεγαλύτερος από έναν αντίχειρα. Στα ελληνικά μεταφράστηκε ως "Κοντορεβιθούλης"... Πρόκειται για παραδοσιακό παραμύθι της κεντρικής Ευρώπης, το οποίο μοιάζει αρκετά (ειδικά στην εισαγωγή του) με το "Χανσελ και Γκρέτελ" μια και εκεί οι φτωχοί γονείς αφήνουν τα παιδιά τους στο δάσος αλλά αυτά καταφέρνουν να επιστρέψουν στο σπίτι την πρώτη φορά. Το παραμύθι διδάσκει να έχουμε καθαρό μυαλό και ψυχραιμία όπως ο Κοντορεβιθούλης στις αναποδιές και τις δυσκολίες, που όλοι έχουμε στις ζωή μας, και να τις αντιμετωπίζουμε με λογική και χωρίς να αφήνουμε τον φόβο να μας παραλύει. Παράλληλα, διδάσκει να διεκδικούμε αυτά που θέλουμε όσο μικροί κι αν ειμαστε, να είμαστε υπομονετικοί, να δείχνουμε αλληλεγγύη και να μην τα παρατάμε εύκολα.

 

Δώσε αστέρια στο παραμύθι: 
Μέσος όρος: 4 (Ψήφοι: 26)
Πληροφορίες
Βασικές πληροφορίες για το παραμύθι/ιστορία
Συγγραφέας παραμυθιού: 
Ετος πρώτης δημοσίευσης: 
Προέλευση (περιοχή) : 
Συλλογή παραμυθιών: 
Κατηγορία παραμυθιού: