Το αλογάκι της Ειρήνης

Σε μια κωμόπολη της Ελλάδας, σε άλλους γνωστή και σε άλλους εντελώς άγνωστη, ζούσε η Ειρήνη, μια νέα και όμορφη κοπέλα, που είχε την τύχη αλλά και την κατάρα να κρατά στις πλάτες της ένα τόσο βαρύ όνομα. Ειρήνη. Όλοι μας "ειρήνη" ευχόμαστε για τον κόσμο μας, όλοι αυτό θέλουμε κι όμως πολλές φορές το μίσος μας την κρύβει.

Η Ειρήνη λάτρευε από μικρή τα άλογα, τους στάβλους, τα χαλινάρια, τα πέταλα, το μούγκρισμα και μισούσε το καμουτσίκι, με το οποίο συνήθιζαν να χτυπούν τα καημένα αλογάκια για να τα εκπαιδεύσουν και να υπακούσουν στην εντολή που τους έδιναν. Αγαπούσε με όλη της την καρδιά κάθε άλογο του στάβλου και κανένα δεν ξεχώριζε γιατί ήταν όλα, όπως συνήθιζε να λέει, όμορφα πλασμένα. Μόνο ένα δεν συμπαθούσε, απέφευγε να καβαλήσει, να χαϊδέψει, να χτενίσει. Τον Άρη. Ο Άρης ήταν το πιο περήφανο, το πιο επιβλητικό και άγριο άλογο του στάβλου. Ήταν αναμενόμενο να τον μισεί. Άλλωστε, δεν ταιριάζει μια Ειρήνη με έναν Άρη, έναν θεό του πολέμου.

Οι αγώνες ιππασίας του καλοκαιριού έφταναν. Ήρθε, λοιπόν, η στιγμή όλοι οι διαγωνιζόμενοι να αναλάβουν ένα άλογο και να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό.

- «Ο Άρης είναι δικός σου, Ειρήνη.» άκουσε η μικρή κοπέλα να της λέει ο εκπαιδευτής της και της κόπηκαν τα πόδια.

Κοκκίνισε, έσφιξε δυνατά τα δόντια και τα χέρια, σχεδόν δάκρυσε από την πίεση αλλά δεν είπε τίποτα. Το δέχτηκε. Ήταν καλό άλογο. Έξυπνο, γρήγορο, ζωηρό με μοναδικό σκοπό τη νίκη. Ήθελε να βγαίνει πρώτος, να είναι ανώτερος και να κερδίζει με κάθε κόστος. Τι πιο λογικό για έναν θεό του πολέμου; Η Ειρήνη έκρυψε σε έναν αόρατο σάκο την άρνηση, τα νεύρα και τη δυσαρέσκειά της και πλησίασε τον Άρη.

- «Το καλό που σου θέλω, Άρη, να τα πάμε καλά.» είπε με δυνατή φωνή, έτοιμη να τον αντιμετωπίσει.

Το άλογο φάνηκε να την υπακούει, την ακολούθησε και έφτασαν στη μεγάλη αλάνα που προπονούνταν. Από μακριά τους χάζευε ο Σάμι, ένας πολύ όμορφος και δουλευταράς νεαρός που είχε κλείσει πλέον 8 χρόνια στην Ελλάδα. Τίμιος, εργατικός και πάνω απ' όλα καλός άνθρωπος, μάζεψε όση δύναμη του είχε απομείνει και μετανάστευσε στην Ελλάδα ύστερα από τον πόλεμο στην πατρίδα του, τη Συρία.

- «Καλημέρα, Σάμι!» φώναξε η μικρή κι εκείνος όλο χαρά που του έδωσε σημασία έτρεξε να την χαιρετήσει.

- «Καλημέρα! Όμορφο το άλογο που σου έδωσαν. Πώς το λένε;» τη ρώτησε

- «Πράγματι. Τον λένε Άρη.» απάντησε η κοπέλα κι εκείνος τα χάσε για λίγο, κοίταξε το έδαφος και σήκωσε πάλι το βλέμμα του.

- «Άρης. Ο θεός του πολέμου. Σίγουρα θα νικήσεις.» της είπε γελώντας, όμως εκείνη διέκρινε μια βαθιά θλίψη πίσω από εκείνο το, με βεβαιότητα, ψεύτικο και αμήχανο γέλιο του.

- «Δεν κερδίζει πάντα ο πόλεμος, Σάμι.» του είπε αλλά εκείνος φάνηκε να μην την πιστεύει

- «Μπορεί να μην κερδίζει πάντα, αλλά όλα αυτά που αφήνει στο πέρασμά του είναι αρκετά για να καταστρέψουν τις ζωές των ανθρώπων, τις ζωές μας.» της είπε έτοιμος να βάλει τα κλάματα κι εκείνη δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτό, γιατί πραγματικά ήταν αλήθεια.

- «Ήρθα απ' τη Συρία. Με φιλοξένησε μια ευγενική κυρία και ψάχναμε μαζί να βρούμε που είχαν χαθεί οι γονείς μου. Δεν τους βρήκα ποτέ. Ήμουν μόνος με μοναδική μου φίλη την Ελπίδα.» της είπε

- «Ποια είναι η Ελπίδα;» τον ρώτησε εκείνη

- «Δεν ξέρεις την Ελπίδα; Είναι η μοναδική παρηγοριά του πολέμου. Σε κάθε πόλεμο υπάρχει και μια Ελπίδα. Μακάρι να ήταν άνθρωπος και να τον σταματούσε. Αλλά είναι απλά μια Ελπίδα. Και βλέπεις, μια απλή Ελπίδα δεν είναι ικανή να νικήσει ολόκληρο πόλεμο.» της απάντησε ο Σάμι

- «Δηλαδή; Δεν υπάρχει κάτι που να σταματάει τον πόλεμο;» αναρωτήθηκε

- «Σε έναν πόλεμο υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να κάνουν κάποιους άλλους να είναι κατώτεροι. Θέλουν να υπερισχύουν. Κι έτσι καταλήγουν να μισούν ο ένας τον άλλον, άνθρωπος να γίνεται εχθρός με άνθρωπο και έτσι να χάνεται η ανθρωπιά τους. Πες το υπερβολή αυτό που είπα, όμως είναι η πραγματικότητα.»

- «Εσύ, όμως, κατάφερες να βγεις νικητής από αυτό.» του είπε χαμογελώντας αλλά εκείνος δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο

- «Εγώ δεν είμαι τίποτα μπροστά σε όσους έμειναν πίσω. Είναι άσχημο να χάνεις τη ζωή σου, αλλά είναι ακόμη πιο άσχημο να χάνεις την ελευθερία σου. Για αυτό, να αισθάνεσαι τυχερή που είσαι ελεύθερη και μπορείς να καβαλάς ένα άλογο, χωρίς να σε χτυπάει κάποιος με ένα καμουτσίκι και να σε προστάζει.» της είπε κι έφυγε.

Κι εκείνη κατάλαβε. Κατάλαβε την έννοια του πολέμου. Τα προβλήματα που αφήνει, ακόμα κι αν νικήσουν εκείνοι που απειλούνται. Κατάλαβε πόσο τυχερή είναι που ζει ελεύθερα και δεν απειλείται. Κι έτσι, καβάλησε το άλογο και ελεύθερα άρχισαν να τρέχουν. Κι έτσι, ελεύθερα έκαναν την προπόνηση τους κάθε μέρα πριν τον αγώνα.

Κι ο αγώνας έφτασε. Κι εκείνη ελεύθερα έτρεξε. Και ο Άρης έβαλε όλη του τη δύναμη, τη ζωντάνια, την ένταση και προσπερνούσε όλα τ' αλλά άλογα. Όμως, βγήκε δεύτερος. Γιατί πρώτο βγήκε ένα πανέμορφο, κατάλευκο άλογο, η Ελπίδα. Κι έτσι ο Άρης δεν κατάφερε να πάρει την πρωτιά. Κι η Ειρήνη έχασε μαζί του. Όμως, δε στεναχωρήθηκε καθόλου. Γιατί εκείνη τη στιγμή που τράβηξε το χαλινάρι και τερμάτισαν δεύτεροι, είδε πως ο πόλεμος δεν κερδίζει πάντα, είδε πως, τελικά, μπροστά στα μάτια της είδε την Ελπίδα να τον νικάει. Είδε έναν θεό του πολέμου να χάνει. Και γύρισε το κεφάλι της, είδε τον Σάμι να της χαμογελάει, ανταπέδωσε το χαμόγελο και κατέβηκε από το σαμάρι. Ήταν χαρούμενη που νίκησε η Ελπίδα.

«Μακάρι η Ελπίδα να νικά πάντα τον πόλεμο.» είπε σχεδόν από μέσα της και έφυγε.

Και πράγματι, μακάρι να έφτανε μια ελπίδα για να σταματάει τον πόλεμο κι ας μοιάζει με θεό.

Ένα παραμύθι για να μπορέσουν οι μικροί να κατανοήσουν τον πόλεμο, να εκτιμήσουν την ελευθερία τους και να συμπονέσουν τους πληγέντες. Τα παιδιά είναι το μέλλον και δικαιούνται να γνωρίζουν το παρόν για να μοχθήσουν να τ' αλλάξουν.

Πληροφορίες
Κατηγορία παραμυθιού
Ετος πρώτης δημοσίευσης
Συγγραφέας παραμυθιού
Προέλευση (περιοχή)
Δώσε αστέρια
Average: 4.6 (23 votes)