Νέα παραμύθια

Πρωτότυπα παραμύθια που μας στέλνουν οι χρήστες και φίλοι μας!

Τα χωράφια στον Πηλό σμίγουν με τη θάλασσα, και όταν είναι βαρυχειμωνιά λάσπες και πηλοί παρασέρνονται στη θάλασσα από τη βροχή, ενώ όταν η θάλασσα είναι τρικυμιώδης, τα κύματα βγαίνουν στη στεριά και τραβούν τα χώματα της γης, μέσα στα θάλασσα. Τα χώματα είναι μαλακά και εύκολα σκάβονται, γι αυτό το λόγο η περιοχή κάποιες φορές χρησίμευε από τους πειρατές μέσα να κρύβουν μπαούλα θησαυρών που κούρσευαν και πλιατσικολογούσαν.

Τα παραμύθια έχουν υπόβαθρο κυρίως την κουλτούρα και την παράδοση των λαών, καθώς και τους θρύλους που δημιουργήθηκαν από παραλλαγές διηγήσεων ζητημάτων που κινούσαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων, και μεταποιημένων αναλόγως πώς εξυπηρετείτο το συμφέρον και η φαντασία τους. Γι αυτό το λόγο πολλές ιστορήσεις και διηγήσεις έχουν κοινή ρίζα, κυρίως όσες βασίζονται στη θρησκεία και στα ήθη και έθιμα του κάθε λαού.  

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια όμορφη χώρα, την Όνειροχώρα, εκεί που ζουν νεράιδες, ξωτικά, εκεί που ανθίζουν λουλούδια, δέντρα μαγικά και τα φύλλα τους είναι στολισμένα από χρυσόσκονη, ζούσε και ένα μικρό χαριτωμένο σκανδαλιάρικο ξωτικό που τον έλεγαν Ζαχαρένιο. Είχε μεγάλα αυτιά και ξεχώριζε από τα άλλα ξωτικά για το δυνατό του γέλιο. Αν προχωρούσες λίγο παρακάτω θα έβλεπες και το σπίτι του που ήταν μικρό και όμορφο χωμένο μέσα στα δέντρα.

Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένα πελώριο κάστρο βαθιά μέσα στο δάσος στο οποίο ζούσε ένας γιγάντιος και τρομερός δράκος. Ο δράκος αυτός ήταν πολύ τυχερός καθώς είχε μπόλικο φαγητό και μια στέγη πάνω από το κεφάλι του για να ζήσει ευτυχισμένα κάθε του ημέρα.

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια μακρινή ζούγκλα, ζούσανε πολλά ζωάκια. Δύο από αυτά ήταν το λιοντάρι και η αρκούδα που ήταν πολύ καλοί φίλοι. Οι δύο τους έκαναν παρέα για όλη την ώρα και ήταν αχώριστοι.

Μια φορά έναν καιρό στα δυτικά παράλια της Χλώρακας κοντά σε ένα γκρεμό που έστεκε πολύ ψηλός και πάνω του έσκαγαν τα άγρια κύματα, ζούσε μια έμμορφη χωριατοπούλα, κόρη ενός πλούσιου βοσκού που είχε τη μάντρα του στα χωράφια που εκτείνονταν στη συνέχεια της ακτής. Οι γονείς της την είχαν μη βρέξει και στάξει. Δεν την άφηναν να κάνει χειρωνακτικές εργασίες, παρά μόνο όλη μέρα έγνεθε με το αδράχτι της και ύφαινε με το σμιλί της.

Μια φορά και έναν καιρό ζούσαν σε έναν μεγάλο στάβλο πέντε αγελαδίτσες και ένας ταύρος.

Η Τούλα, η Πούλα, η Ρούλα, η Βούλα και η Σούλα ήταν πέντε όμορφες αγελάδες. Όλες ήταν καφέ, εκτός από την Σούλα, η οποία ήταν ασπρόμαυρη. Μαζί με τις αγελαδίτσες ζούσε και ένας ταύρος που τον έλεγαν Σταύρο.

Μια φορά κι έναν καιρό, στην αυλή της πριγκίπισσας Σταλαχτίτας, στο μακρινό βασίλειο της, στο μακρινό νησί της πριγκιπικής Αυτοκρατορίας, του μακρινού Ενάτου διαδόχου της γενιάς των γαλαζοαίματων Χρίκι, ζούσε η Αυτού Μεγαλειότης της Πριγκίπισσας Σταλαχτίτας και οι Ενενήντα Εννέα πιστοί της υπηρέτες.

Μια φορά και έναν καιρό στο νησί Καραβόμυλος ζούσε ένας πειρατής που τον λέγανε Ριχάρδο.

Στο χωράφι απόψε είχε ξεμείνει από το πρωινό μάζεμα μια πατατούλα. Δεν ήταν από εκείνες τις ολοστρόγγυλες και παχουλές. Ήταν στενόμακρη, λίγο πλακουτσωτή και μ' ένα μικρό εξόγκωμα σαν καρούμπαλο αριστερά από τ' αυτί της.

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας μοναχικός γίγαντας στην Αστερούπολη-Αστεροχώρα.

Το όνομα  του ήταν Πελώριος. Ήταν τόσο μεγάλος που όσοι τον έβλεπαν τον φοβόντουσαν, και γιαυτό δεν είχε φίλους. Η μόνη του ασχολία ήταν η μαγική του σφεντόνα, την αγαπούσε τόσο πολύ, και ήταν το μοναδικό του όπλο.

Μια φορά και έναν καιρό, δίπλα σε ένα ποτάμι ήταν χτισμένο ένα όμορφο νεραιδόβασίλειο όπου ζούσανε 2 μικρές νεραιδούλες. Οι νεραιδούλες μένανε μαζί με τους γονείς τους.  

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αγοράκι που το λέγανε Βαγγέλη και είχε μια υπέροχη ζωή. Η οικογένεια του αποτελούνταν από πολλά άτομα μια που είχε άλλα τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια και δυο γονείς που τον υπεραγαπούσαν και του έκαναν σχεδόν όλα τα χατίρια γιατί ήταν ο μικρότερος και ο πιο χαϊδεμένος στην οικογένεια. Η ζωή του ήταν γεμάτη χαρές, αγκαλιές, φιλιά, φίλους και δραστηριότητες αλλά όταν ερχότανε η ώρα του ύπνου ήταν ένα μαρτύριο για αυτόν.    

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα απομακρυσμένο χωριό ζούσε μια καλοσυνάτη γυναίκα, η γιαγιά Διδώ. Είχε άσπρα μαλλιά, μεγάλα μάτια και ένα γλυκό χαμόγελο που ζέσταινε μονομιάς τις καρδιές των ανθρώπων.

Κάπου μακριά σε ένα ηλιόλουστο μέρος ζούσε ο Φίλιππος με την οικογένειά του. Το σπίτι τους ήταν μικρό αλλά δίπλα του εκτείνονταν ένας μεγάλος στάβλος ο οποίος φιλοξενούσε άλογα.

Εδώ θα βρείτε ένα παραμύθι για τον κορωνοϊό που ξεκίνησε να γράφεται αλλά... έμεινε στη μέση! Περιμένει από εσάς να το συνεχίσετε και να ολοκληρώσετε την ιστορία, με όποιον τρόπο θέλετε, επιστρατεύοντας τη φαντασία και την ευρηματικότητα σας! Για βοήθεια, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα από τα 31 βασικά στοιχεία ενός παραμυθιού, τα οποία θα βρείτε στο τέλος του κειμένου.

Μια φορά και έναν καιρό σε μια πόλη της Ελλάδας που λεγόταν Κορώνη, ζούσε ένας πολύ πολύ πλούσιος κύριος, ο κύριος Γιώργος, ο οποίος πέρα από πλούσιος ήταν και πολύ καλός άνθρωπος.

Βοηθούσε οικονομικά φτωχούς ανθρώπους και έκανε πολλές ελεημοσύνες με αποτέλεσμα ο κόσμος να το αγαπάει πάρα πολύ.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν τρία γουρουνάκια και ένας κακός λύκος. Ο κακός ο λύκος αφού είχε γκρεμίσει με δυο «φου» τα σπιτάκια από τα πρώτα δυο γουρουνάκια πήγε στο σπίτι που ήταν φτιαγμένο από τούβλα... Εκεί, το τρίτο γουρουνάκι έδωσε στον κακό λύκο ένα καλό μάθημα. Έβρασε νερό στο τζάκι και περίμενε. Ο κακός λύκος προσπάθησε να μπει μέσα στο σπιτάκι από την καμινάδα αλλά έπεσε μέσα στο καυτό νερό και κάηκε η ουρά του. Τρομαγμένος και φοβισμένος εξαφανίστηκε μέσα στο δάσος...  

Από τόσο δα μικρό σποράκι θυμάμαι ένα μεγάλο, ζεστό χέρι να με κρατάει με αγάπη και μια πολύ γλυκιά φωνή να μου μιλά. Να με βάζει τρυφερά στο χώμα και σκεπάζοντάς με να εύχεται να μεγαλώσω και να γίνω. Να γίνω… «τι να γίνω;» σκεφτόμουν τότε. Τώρα ξέρω… ΈΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΔΕΝΤΡΟ γεμάτο με πολλά και ζουμερά κεράσια.